
Την ιδέα για την σημερινή ανάρτηση μου την έδωσε ο σχολιαστής kypgiannis96 σε αυτό εδώ το πρόσφατο σχόλιό του, όπου μου κατέδειξε τον αρχαίο μακεδονικό
Για καλή μας τύχη, ο Στέφανος Βυζάντιος μας παρέχει την σημασία «τραπεζεύς (κύων)» του μακεδονικού όρου ἐστερικ-, επειδή γράφει ότι οι Μακεδόνες στην πατρώα φωνή τους καλούνε «ἐστερικάς (v.l. ἐστερίκας)» τα σκυλιά που ο ποιητής (Όμηρος) αποκαλεί «τραπεζῆας» (*-ηύς > -εύς, με επική αιτ. πληθ. -ῆϝ-ας > -ῆας, δηλαδή τραπεζῆας όπως βασιλῆας = (τοὺς) βασιλέας). Στα ομηρικά έπη οι «τραπεζῆες κύνες» είναι τα σκυλιά που τρώνε δίπλα απ΄το τραπέζι του αφεντικού τους: [Ιλιάδα, 22.69] οὓς τρέφον ἐν μεγάροισι τραπεζῆας θυραωρούς, [Ιλιάδα, 23.173] ἐννέα τῷ γε ἄνακτι τραπεζῆες κύνες ἦσαν, [Οδύσσεια, 17.309] ἦ αὔτως οἷοί τε τραπεζῆες κύνες ἀνδρῶν «Τραπεζῆες κύνες» αναφέρει, λοιπόν, ο Όμηρος, ενώ οι «τραπεζῆες θυραωροί» είναι οι φύλακες «τραπεζῆες κύνες» που φυλάσσουν την θύρα/πύλη της αυλής (θυραωρός/πυλαωρός > θυρωρός/πυλωρός). Ποια είναι η ονομαστική ενικού του μακεδονικού λήμματος που απαντά στην αιτιατική πληθυντικού ως ἐστερικάς (v.l. ἐστερίκας); Α. Οξύτονη μορφή: η αιτιατική πληθυντικού ἐστερικάς αντιστοιχεί στον πρωτόκλιτο θηλυκό όρο (ἡ) ἐστερική, πρβ. -ικός, με θηλ. -ική, που έχει αιτ. πληθ. -ικάς. Σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, πρέπει να ετυμολογήσουμε τον θηλυκό όρο *ἐστερική ή, ακριβέστερα, την μη αττικοϊωνική μορφή του *ἐστερικά, με μακρό /ᾱ/ στη θέση του τελικού αττ/ιων. /η/. Β. Παροξύτονη μορφή: η αιτιατική πληθυντικού ἐστερίκας μπορεί να είναι: Β.1. αιτιατική πληθυντικού του αθέματου αρσενικού ή θηλυκού όρου *ἐστερίκ-ς > *ἐστερίξ (πρβ. ὁ/ἡ καταπλήξ > τοὺς/τὰς καταπλῆγας). Η αιτιατική πληθυντικού του αθέματου όρου *ἐστερίξ είναι *ἐστερίκ-m.s > *ἐστερίκ-ας. Σε αυτή την περίπτωση το /ι/ της λήγουσας αναγκαστικά είναι βραχύ επειδή, αν ήταν μακρό /ῑ/, τότε στην καταγεγραμμένη αιτιατική πληθυντικού θα είχε περισπωμένη (*ἐστερῖκ-ας). Β.2. αιτιατική πληθυντικού του πρωτόκλιτου θηλυκού ή αρσενικού όρου *ἐστερίκ-ᾱ[ς] (πρβ. ὁ ἱππότης, τοὺς ἱππότᾱς, ὁ τοξότης, τοὺς τοξότᾱς, ὁ στρατιώτης > τοὺς στρατιώτᾱς), με αιτιατική πληθυντικού *ἐστερίκ-ανς > ἐστερίκ-ᾱς. Σε αυτή την περίπτωση το /ι/ της παραλήγουσας μπορεί να είναι είτε βραχύ (/ι/) ή μακρό /ῑ/ (πρβ. ον. εν. -ίτης, με ον. πληθ. -ῖται και αιτ. πληθ. -ίτᾱς, λ.χ. ὁ ὁπλίτης, οἱ ὁπλῖται, τοὺς ὁπλίτᾱς). Αυτά είναι τα δύο ενδεχόμενα για την κατάληξη του μακεδονικού όρου που προκύπτουν από την διμορφία ἐστερικάς (v.l. ἐστερίκας). Τι μπορούμε να πούμε για την ετυμολογία του θέματος ἐστερ-; Δεδομένου ότι οι «τραπεζῆες κύνες» ΤΡΩΝΕ δίπλα απ΄το τραπέζι του αφεντικού τους, η πρώτη ετυμολογική εξήγηση που μου έρχεται στο μυαλό για το θέμα ἐστερ- είναι το PIE nomen agentis σε *-tēr/*-ter- *h1ed-tēr «φάγος, τρώκτης», με πλάγιο θέμα *h1ed-ter-, που είναι παράγωγο της ΠΙΕ ρηματικής ρίζας *h1ed- «τρώω». Η τροπή h1ed–ter- > ἐστερ- είναι η γνωστή οδοντική ανομοίωση που έχω περιγράψει σε παλαιότερη ανάρτηση: Ελληνική: *h1ed- > ἔδω «τρώω» και *h1ed-dh- > ἔσθίω, με nomen agentis ὡμός + *ἐστής > ὠμηστής «αυτός που τρώει ωμό κρέας» (η έκταση *εστής > ὡμηστής οφείλεται στον γνωστό νόμο συνθετικής έκτασης του Wackernagel, πρβ. στρατός + ἄγω > στρατᾱγός > στρατηγός). Σλαβική: *h1ed-tey > PSlav *ěsti «τρώω», με α’ προσ. *ědmь > *ěmь «τρώω» (OCS jasti/jam), *h1ed-tijom > PSlav *ěstьje «πιάτο, φαγητό», *h1ed-tweh2 > PSlav *ěstva «τροφή, φαγητό» (πρβ. σρβ/κρ. jestvina). Συνεπώς, η πρώτη σκέψη που έκανα για την ετυμολογία του μακεδονικού όρου ἐστερικάς (v.l. ἐστερίκας) «τραπεζῆας (κύνας)» είναι ότι πρόκειται για κάποιο παράγωγο του αρσενικού nomen agentis *h1ed-tēr > *ἐστήρ, με πλάγιο θέμα *h1ed-ter- > ἐστερ- (πρβ. ὁ πατήρ / οἱ πατέρες, ὁ ἀστήρ / οἱ ἀστέρες, ὁ αἰθήρ / τὸν αἰθέρα > αἰθέρ-ιος κλπ.). Ποιο όμως παράγωγο του nomen agentis *h1ed-ter-; Εδώ μου φαίνονται πιθανές δύο περιπτώσεις: 1) Αν ξεκινήσουμε από το οξύτονο θηλυκό ενδεχόμενο (τὰς) ἐστερικάς, τότε η ονομαστική ενικού (ἡ) ἐστερ-ική (μη αττ/ιων. (ἁ) ἐστερ-ικά) μπορεί να εξηγηθεί ως επίθετο σε *-ikos (θηλ. *-ikeh2), πρβ. πατέρες (της Εκκλησίας) > πατερικός/πατερική/πατερικόν (λ.χ. πατερική διδασκαλία, πατερικά κείμενα) ή υποκοριστικό ουσιαστικό σε *-ikos (θηλ. *-ikeh2), πρβ. PSlav *-ьcь (OCS grad-ьcь «πολίχνη, καστράκι). 2) Αν ξεκινήσουμε από το παροξύτονο θηλυκό ενδεχόμενο (τὰς) ἐστερίκᾱς (με μακρό /ῑ/), τότε ο όρος μπορεί να εξηγηθεί ως θηλυκό nomen agentis «τύπου Devī» σε *-t(e)r-ih2(-k-eh2) με ονομαστική ενικού (ἡ) ἐστερίκᾱ (με μακρό /ῑ/ < *ih2): Ελληνική: *-tr-ih2 > -τρια, *-ter-ih2 > *-τερ-ja > -τειρα (πρβ. βοτήρ > βότειρα, γενέτωρ/γενετήρ > γενέτειρα, (παν)δαμάτωρ > δαμάτειρα κλπ.) Λατινική: *-tr-ih2 > *-tr-ih2-k-s > -trīx/-trīcem (πρβ. genitor > genetrīx «γενέτειρα», salvātor «σωτήρ» > salvātrīx «σώτειρα», ēsor «τρώκτης» > ēstrīx «*τρώκτρια»). Σλαβική: *-tr-ih2 > *-telʲ-ih2-keh2 > EPSlav *-telʲ-īkā > LPSlav *-telʲ-ica (πρβ. σρβ/κρ učitelj «δάσκαλος» > učiteljica «δασκάλα») Συνεπώς, το μακεδονικό λήμμα *ἐστερίκᾱ (/este’rīkā/), λόγω της γενικής ομοιότητάς του με το λατινικό θηλυκό nomen agentis ēstrīx/ēstrīcem (θηλυκή μορφή του *h1ed-tōr > *essōr > ēsor «τρώκτης, φάγος») μπορεί να είναι θηλυκό nomen agentis σε *-tr-ih2, το οποίο επεκτάθηκε με την υπερωική κατάληξη /k/, όπως συνέβη στην λατινική (αθέματο *-trih2-k-s), με τρόπο όμως που θυμίζει περισσότερο την σλαβική πρωτόκλιτη παραγωγή αρσ. *-tel-yos > LPSlav *-telʲь , με θηλυκό παράγωγο *-telʲ-īkā > LPSlav *-telʲ-ica (> σρβ/κρ. -teljica). Κλείνω εδώ την ανάρτηση και, όσοι έχετε κάποια εναλλακτική ετυμολογία για το μακεδονικό λήμμα ἐστερικάς (v.l. ἐστερίκας) = τραπεζῆας (κύνας), καταθέστε την στα σχόλια να την συζητήσουμε.

