

Η Αττική κινδυνεύει να χάσει το πεύκο της
Την ίδια στιγμή η φωτιά στην Αττικοβοιωτία έπληξε σημαντικά και ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά είδη βλάστησης της περιοχής, το πυκνό δάσος της χαλεπίου πεύκης της. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Δασολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Γιώργο Κοράκη, τα παράκτια δάση της χαλεπίου και της τραχείας πεύκης αποτελούν τα πλέον ξηροθερμικά υψηλά δάση της ευρωπαϊκής ηπείρου.
«Το πεύκο είναι ένα είδος προσαρμοσμένο στη φωτιά. Όμως όταν οι πυρκαγιές επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, δεν προλαβαίνει να αναγεννηθεί. Αν ένα πευκοδάσος καεί ξανά μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια, είναι αδύνατο να επανέλθει με φυσικό τρόπο», εξηγεί.
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να περάσουν αρκετές δεκαετίες ώστε το δάσος να αποκτήσει ώριμες συστάδες: «Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή γενιά και πιθανότατα και η επόμενη θα στερηθούν αυτά τα δάση και τις κοινωφελείς επιδράσεις τους», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Εξηγεί ότι μετά τον πόλεμο με την αστικοποίηση και τη σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου, τα πευκοδάση επεκτάθηκαν σημαντικά. Βάσει καταγραφών κατά τη δεκαετία του 1980 τα δάση χαλεπίου κάλυπταν με διάφορους βαθμούς συγκόμωσης περίπου το 46% της Αττικής. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό στη δασοκάλυψη προέκυψε με την αναζήτηση παραθεριστικής κατοικίας – από τη δεκαετία του 1970 και μετά – η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στα ανατολικά του νομού. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα στη δυτική Αττική μεγάλες ενότητες δάσους να διατηρηθούν υπό την επίβλεψη και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα σε εξαιρετική κατάσταση.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή φαίνεται να ανατρέπεται πλέον από τις συνεχείς πυρκαγιές την ώρα που και η Δασική Υπηρεσία υποφέρει από υποστελέχωση και έλλειψη χρηματοδότησης. Ο κ. Κοράκης αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα από τα μεγαλύτερα Δασαρχεία της χώρας, το Δασαρχείο Δράμας, το οποίο διέθετε τη δεκαετία του 1980 περίπου 140 εργαζόμενους, ενώ σήμερα λειτουργεί με μόλις 35. Το Δασαρχείο Σουφλίου, υπεύθυνο για το μεγαλύτερο μέρος του Εθνικού Πάρκου Δαδιάς, μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε χωρίς κανένα δασολόγο.
Παράλληλα, μετά τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική, πριν από 28 χρόνια, σταδιακά, λόγω συνταξιοδότησης των παλαιότερων χάθηκε και σημαντικό μέρος της τεχνογνωσίας και εμπειρίας στην πυρόσβεση.
Κατά την άποψή του, το ιδανικό μοντέλο θα ήταν ένα μόνιμο δασοπυροσβεστικό σώμα, το οποίο θα εργάζεται όλο τον χρόνο μέσα στα δάση, θα εκπαιδεύεται συνεχώς και θα ασχολείται όχι μόνο με την κατάσβεση αλλά και με την πρόληψη.
Ο κ. Κοράκης εμφανίζεται επιφυλακτικός και για το πρόγραμμα ANTINERO: «Η αποψίλωση δίπλα στον δρόμο ή η απόληψη της βιομάζας αδιακρίτως δεν αποτελεί διαχείριση του δάσους», ξεκαθαρίζει, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις προκλήθηκαν ακόμη και διαβρώσεις ή απώλειες βιοποικιλότητας, όπως συνέβη με την περίπτωση της σπάνιας Malus trilobata στα Κερδύλια Ορη, η οποία εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 2025 και το 2026 διαπιστώθηκε ότι είχε υλοτομηθεί μετά την επέμβαση.
Από την πλευρά του ο κ. Γεωργιάδης θεωρεί ότι η βασική φιλοσοφία του ANTINERO κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και εκτιμά πως σε αρκετές περιπτώσεις βοήθησε επιχειρησιακά. Υπογραμμίζει όμως ότι επιχειρήθηκε να καλυφθούν σε ελάχιστο χρόνο κενά δεκαετιών, ενώ πολλά δασαρχεία δεν διέθεταν το προσωπικό για να ελέγξουν αποτελεσματικά τα έργα.
Ζητούμενο φαίνεται, πάντως, ότι παραμένει η ολιστική διαχείριση του δάσους. Ο κ. Κοράκης τονίζει ότι προϊόντος του χρόνου, χάθηκαν και επαγγέλματα που λειτουργούσαν επί δεκαετίες ως φυσικοί διαχειριστές και φύλακες των δασών. «Οι ρητινοσυλλέκτες, οι υλοτόμοι, οι κτηνοτρόφοι και οι παραγωγοί ασβέστη και ξυλοκάρβουνου διατηρούσαν τα πευκοδάση πιο ανοιχτά, καθάριζαν μονοπάτια και περιόριζαν τη συσσώρευση καύσιμης ύλης», αναφέρει.
Πηγή: ethnos.gr
Related
Categories: Πυρκαγιές – Αναδασώσεις



