Το πρώτο γενετικά τροποποιημένο πρόβατο
Μετά τη συμπλήρωση ενός έτους ζωής, ο καθηγητής Riaz Shah, κοσμήτορας της Σχολής Κτηνιατρικών Επιστημών και επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, δήλωσε ότι η Tarmeem «αναπτύσσεται φυσιολογικά, παρουσιάζοντας φυσιολογικές βιοχημικές και σωματικές παραμέτρους». Η μυϊκή της ανάπτυξη, όπως είπε, έχει αυξηθεί περίπου κατά 10% σε σχέση με τη δίδυμη αδελφή της και αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω με την ηλικία.
Οι έρευνες συνεχίζονται ώστε να αξιολογηθεί η υγεία και η ανθεκτικότητα του ζώου, το οποίο φυλάσσεται σε ασφαλές περιβάλλον υπό συνεχή παρακολούθηση. Παράλληλα, έχει κατατεθεί πρόταση στο ινδικό κράτος για χρηματοδότηση της συνέχισης του προγράμματος.
Επτά χρόνια ερευνών και το μέλλον της γενετικής εκτροφής
Η οκταμελής ομάδα που ανέπτυξε την Tarmeem εργάστηκε για επτά χρόνια. «Υπήρξαν αρκετά αποτυχημένα ξεκινήματα. Δοκιμάσαμε διάφορες στρατηγικές και η επιτυχία ήρθε τελικά τον Δεκέμβριο του 2024», ανέφερε ο καθηγητής Shah. «Πραγματοποιήσαμε επτά διαδικασίες εξωσωματικής γονιμοποίησης, είχαμε πέντε ζωντανές γεννήσεις και δύο αποβολές. Η γενετική επεξεργασία πέτυχε μόνο σε μία περίπτωση».
Η επιτυχία αυτή, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορεί να συμβάλει στη βιώσιμη παραγωγή κρέατος στο Κασμίρ, όπου η ετήσια κατανάλωση ανέρχεται σε περίπου 60.000 τόνους, ενώ η τοπική παραγωγή καλύπτει μόλις το ήμισυ. Όλα, ωστόσο, εξαρτώνται από την κυβερνητική έγκριση για την εμπορική εκμετάλλευση.
«Η γη μειώνεται, το νερό εξαντλείται και ο πληθυσμός αυξάνεται, αλλά οι διαθέσιμοι πόροι για παραγωγή τροφής περιορίζονται», δήλωσε ο πρύτανης του πανεπιστημίου, καθηγητής Nazir Ahmad Ganai. «Η γενετική επεξεργασία μπορεί να αυξήσει το βάρος του ζώου κατά 30%, επιτρέποντας λιγότερα ζώα να παράγουν περισσότερο κρέας».
Εφόσον η κυβέρνηση εγκρίνει την εφαρμογή της τεχνολογίας σε μεγαλύτερη κλίμακα, η μέθοδος θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα είδη, όπως χοίρους, κατσίκες και πουλερικά. «Το μέλλον είναι πολλά υποσχόμενο», τόνισε ο Ganai.
Η διεθνής εμπειρία και τα ηθικά διλήμματα
Η τεχνολογία επεξεργασίας γονιδίων, που ανακαλύφθηκε το 2012, χάρισε στις συν-εφευρέτριές της Emmanuelle Charpentier και Jennifer Doudna το Νόμπελ του 2020 και έφερε επανάσταση στην ιατρική έρευνα. Ωστόσο, παραμένει αμφιλεγόμενη, με ηθικές συζητήσεις που τροφοδοτούνται από την ομοιότητά της με τη γενετική τροποποίηση (GM).
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η γονιδιακή επεξεργασία και η γενετική τροποποίηση είναι θεμελιωδώς διαφορετικές: η γονιδιακή επεξεργασία τροποποιεί τα υπάρχοντα γονίδια ενός φυτού, ζώου ή ανθρώπου, ενώ η γενετική τροποποίηση περιλαμβάνει την εισαγωγή ξένων γονιδίων.
Χώρες όπως η Αργεντινή, η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Κολομβία και η Ιαπωνία αντιμετωπίζουν ορισμένα ψάρια, βοοειδή και χοίρους που έχουν υποστεί γονιδιακή επεξεργασία ως φυσικά, επιτρέποντας την κατανάλωσή τους.
Οι ΗΠΑ και η Κίνα χρησιμοποιούν την τεχνολογία αυτή για να δημιουργήσουν πιο παραγωγικές και ανθεκτικές στις ασθένειες καλλιέργειες και ζώα. Η αμερικανική FDA ενέκρινε πρόσφατα ένα γενετικά βελτιωμένο χοίρο, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιτρέψει τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα το επόμενο έτος.
Πηγή: BBC
