
Η απόφαση να μπλοκαριστεί η χρήση του δορυφορικού συστήματος Starlink για ουκρανικά πολεμικά drone που πετούν με μεγάλη ταχύτητα ήρθε από τον Λευκό Οίκο, αναφέρει την Παρασκευή το Reuters επικαλούμενο τρεις αξιωματούχους.
Ουκρανοί στρατιώτες της 68ης Ανεξάρτητης Ταξιαρχίας «Ολέκσα Ντόβμπους» εγκαθιστούν τερματικό Starlink, κοντά στην πόλη Ποκρόφσκ της περιφέρειας Ντονέτσκ στο μέτωπο του πολέμου (Reuters)
Οι περιορισμοί ταχύτητας στο Starshield εμφανίστηκαν μετά τη νέα ένταση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την Ουκρανία, καθώς ο Τραμπ κάλεσε τον Ζελένσκι να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, οι οποίες όπως είπε ευθύνονται για τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, οι οποίες του ασκούν πολιτικές πιέσεις ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Όπως φαίνεται, η υπηρεσία δορυφορικών επικοινωνιών χρησιμοποιείται από τον Λευκό Οίκο για άσκηση πίεσης στον ουκρανό πρόεδρο. Ωστόσο ειδικοί λένε ότι η αύξηση του κόστους της ενέργειας οφείλεται κυρίως στον με το Ιράν, ο οποίος οδήγησε σε σχεδόν πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ και συνοδεύτηκε με ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή.
Απαντώντας σε αίτημα για την εντολή περιορισμού του Starshield, ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε: «Ο πρόεδρος δεν υπέβαλε ποτέ τέτοιο αίτημα».
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε ερωτήσεις του Reuters για το εάν το αίτημα ενδέχεται να προήλθε από άλλους αξιωματούχους της κυβέρνησης.
Το Starshield αναπτύχθηκε από τη SpaceX ειδικά για κυβερνητικούς πελάτες και φορείς εθνικής ασφάλειας, κυρίως για το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας. Η υπηρεσία βασίζεται στο δορυφορικό δίκτυο Starlink, το οποίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των υποδομών της.
Το Πεντάγωνο έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για τις υπηρεσίες της Space. Έχει επίσης αγοράσει δορυφόρους ειδικά σχεδιασμένους για το Starshield, μεταξύ των οποίων δορυφόρους επικοινωνιών για αποστολές έγκαιρης προειδοποίησης πυραυλικών επιθέσεων, καθώς και έναν αστερισμό κατασκοπευτικών δορυφόρων για την Εθνική Υπηρεσία Αναγνώρισης των ΗΠΑ (NRO), όπως είχε αποκαλύψει το Reuters το 2024.


