
Το «Rules», ένα ιστορικό εστιατόριο όπου έχουν δειπνήσει προσωπικότητες όπως ο Τσαρλς Ντίκενς και η Μαντόνα, αλλάζει ιδιοκτήτη για τέταρτη μόλις φορά σε διάστημα άνω των 200 ετών.
Photo: Rules / Instagram
Photo: Rules / Instagram
Photo: Rules / Instagram
«Σαν να έτρωγα ιστορία»
Το κτίριο στη Maiden Lane είναι βαμμένο σε ένα χαρούμενο κίτρινο της μουστάρδας, με χρυσά γράμματα στα παράθυρα. Στο εσωτερικό, πρόσεξα αμέσως τις λεπτομέρειες που εξήρε ο κριτικός Τζέι Ράινερ στη Financial Times πέρυσι.
Κάτω, το σιδερωμένο τραπεζομάντιλο. Πάνω, ο φωτισμός στην εντέλεια (αρκετά έντονος για τους πελάτες, αλλά αρκετά αμυδρός για να δημιουργεί ατμόσφαιρα). Για ορεκτικό, ένα πιάτο με γαρίδες σε σάλτσα, σε τέλεια μερίδα και τέλεια θερμοκρασία, όχι τόσο βαρετό όσο μπορεί να υποδηλώνει το όνομά του.
Το μενού περιλαμβάνει βρετανικά κλασικά πιάτα, όπως πίτα με μπριζόλα και νεφρά και σαλάτα με καβούρι του Dorset. Αλλά αυτό είναι ένα εστιατόριο όπου το κυνήγι είναι το αστέρι.
«Έτσι, παράγγειλα το αγριόκοτο. Σερβιρίστηκε με λαμπερό πράσινο λάχανο και μια χούφτα απίστευτα τραγανές πατάτες κυνηγιού — λεπτοκομμένες, τηγανισμένες πατάτες — και φτερά στα μικρά, διπλωμένα ποδαράκια του. Προφανώς, ήταν ζωντανό μέχρι πρόσφατα» σχολιάζει η Amelia Nierenberg στους New York Times.
«Αυτό το πουλί δεν είχε καμία σχέση με το κοτόπουλο. Το κρέας είχε έντονη γεύση και ήταν παραδοσιακό, με ροδισμένο δέρμα και άπαχους, αλλά όχι σκληρούς μυς. Το αγριόκοτο στο Rules ήταν σαν να έτρωγα ιστορία».
Ο άκαρδος θεσμός του κυνηγιού και η ιστορία του
Το κυνήγι αποτελεί από καιρό ένα εδέσμα για την ελίτ. Μέχρι το 2007, όποιος ήθελε να κυνηγήσει στην Αγγλία ή την Ουαλία χρειαζόταν ειδική άδεια. «Υπάρχει αυτή η τρελή ιεραρχία στο κρέας στη Βρετανία», είπε στους New York Times ο Πεν Βογκλέρ, ένας Βρετανός ιστορικός της διατροφής. «Το κυνήγι, ιστορικά, βρίσκεται ακριβώς στην κορυφή».
Ήταν κυρίως ασχολία των πλουσίων, οι οποίοι χρειάζονταν τόσο τη γη για να περιφέρεται το κυνήγι όσο και τον ελεύθερο χρόνο για να κυνηγούν. (Εξαίρεση αποτελούσαν οι λαθροθήρες, που εισέβαλαν κρυφά σε ιδιωτικές εκτάσεις.)
«Οι απλοί άνθρωποι κρατούν ένα γουρούνι σε χοιροστάσιο, γιατί έτσι δεν χρειάζεται να το κυνηγούν», πρόσθεσε ο Μαρκ Μέλτονβιλ, ιστορικός της διατροφής και σύμβουλος ιστορικών μενού. Αλλά το αγριόκοτο; Το ελάφι; «Μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να κάνουν μπορούν να κυνηγήσουν ένα ελάφι», είπε.
Η παράδοση συνεχίζεται
Για το National Trust, ένα εστιατόριο αποτελεί πρωτιά. Διαθέτει μεν 39 παμπ, αλλά ο φιλανθρωπικός οργανισμός είναι πιο γνωστός για τη φροντίδα των αρχοντικών του. Αυτά τα ιστορικά κτίρια, ωστόσο, λειτουργούν κυρίως ως μουσεία — τα περισσότερα δεν είναι πλέον κατοικίες, και τα καφέ τους, διάσημα για τα σκόουνς τους, είναι σύγχρονες προσθήκες.
Είναι σπάνιο τέτοιου είδους ιστορικοί χώροι να χρησιμοποιούνται ακόμα όπως παλιά, είπε στους New York Times η Λούσι Πόρτεν, επιμελήτρια του National Trust.
Το «Rules» είναι διαφορετικό. Οι πόρτες του είναι ανοιχτές από το μεσημέρι έως τις 10 μ.μ. Η κουζίνα συνεχίζει να σερβίρει γεύματα και κάθε μέρα, πελάτες με σπορ σακάκια και μαργαριτάρια απολαμβάνουν το φαγητό τους κάτω από τα κέρατα ελαφιού.
«Αυτό είναι ένα μέρος με εξαιρετική ζωντανή πολιτιστική κληρονομιά», είπε. «Συνεχίζει να κάνει αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε — δηλαδή να λειτουργεί ως εστιατόριο».
*Με στοιχεία από nytimes.com


