Παπούτσι απ’ τον τόπο μας…«Όταν ήμαν μ’κρή, δεν είχαμαν παπούτσια, ούτι ιγώ ούτι οι αδιρφάδις μ’… Κι αφού δεν πήγαμαν σκουλειό (δεν πήγαν καν στο δημοτικό), πάαιναμαν στα γίδια απού 9 χρουνών…»«Πάαιναμαν στουν τσαγκάρη… Έβανι ένα χουντρό χαρτί καταή, σα χαρτόνι, κι πάταγαμαν ψ’λά (πάνω) μι του ένα τού πουδάρι… Αυτός σημάδευε με του μουλύβι γύρα γύρα (έκανε το περίγραμμα), για να βγει του μέτρου για του παπούτσι…»«Όταν παρουσιάστ’κα στου στρατό, τότι για πρώτη φουρά έβαλα κινούργια παπούτσια στα πουδάρια μ’! Πέταξα στ’ θάλασσα κάτι τρύπια παλιουπάπ’τσα π’ φόραγα κι φόρισα τ’ς αρβύλις! Τι χαρά έκαμα π’ φόρισα κινούργια παπούτσια…»«Άμα πάλιουναν τα παπούτσια, δεν τα πέταγαμαν… Τα φόραγαμαν μέχρι να λιώσουν ντιπ (εντελώς)… Κι πάλι θα κράταγαμαν κάνα κουμμάτι πιτσί, για να του βάλουμι σ’ άλλα παπούτσια, που ‘ταν τρύπια…»«Άμα μπεις σ’ ένα σπίτι, θα βρεις πίσου απ’ τ’ν πόρτα δέκα ζευγάρια παπούτσια! Το κάθι σπίτι είνι γιουμάτου ρούχα, παπούτσια, ό,τι θέλ’ς… Κι άκρη δε βρίσκ’ς…»«Τα γουρουνουτσάρουχα ή σγαρόνια π’ τα λέμι δεν άντεχαν πουλύ, γιατί είνι ψανό (λεπτό και ευαίσθητο) του τουμάρι (δέρμα)… Έβαναμαν στάχτη για να στιγνώνουν… Τ’ς πέταγαν (τους έριχναν) κι αλάτι, για να μη βρουμάν’…Ο τσαγκάρης ήταν αυτός που έφτιαχνε κατά παραγγελία τα παπούτσια για τον κάθε πελάτη, και με υλικά… κυριολεκτικά ό,τι έβρισκε μπροστά του: από δέρμα χοίρου μέχρι σαμπρέλες και χαρτόνια! Τα πάντα αξιοποιούνταν…
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Ερανιστής .
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Ερανιστής .
