Κείμενο-φωτογραφίες: Βασίλης Μαλισιόβας*Λίγα ψίχουλα αγάπης σού γυρεύουμε…«Ήταν κάτι παλιόπαιδα, κακομαθ’μένα, κι ξέρ’ς τι έκαναν; Δεν πάαιναν κι σκολειό, δεν ήταν υποχρεωτικό το σκολειό τότε. Σεργιάναγαν όλη μέρα κι έκαναν ζ’λούμια (ζημιές). Άμα ηύρισκαν κάνα γατσιούλι, γιατί η μεγάλη η γάτα γρατσ’νάει, τα σκαπέταγαν (πετούσαν) μέσα σε κάνα ξεροπήγαδο κι το κακότυκο το γατσιούλι νιαούρ’ζε, αλλά δε μπόρ’γε να βγει όξω. Κι τα παιδιά αυτά έκαναν γούστο με τ’ν ανημπόρια τ’ ζωντανού (δηλ. διασκέδαζαν)».«Τότε που ’μαν κούτσικο, θ’μάμαι σκ’λιά να τρέχουν σκιαγμένα απ’ τα ντενεκέδια π’ γκραγκάν’ζαν (βροντούσαν) στ’ς ουρές τ’ς. Τι έκαναν κάποιοι; Έπαιρναν κι έδεναν στ’ν ουρά απ’ το σκ’λί ή απ’ τ’ γάτα ντενεκέδια ή κονσερβοκούτια! Κι όπως βρόνταγαν τα ντενεκέδια, λαχταρούσε το σκ’λί κι κόσευε σα ζουρλό! Τα έρμα τα ζωντανά κόσευαν (έτρεχαν) με τ’ γλώσσα απόξω! Κι ο κόσμος κάθονταν κι γέλαγαν σα χαζοί…».«Στ’ν Άρτα οι αρκουδιαραίοι έρθονταν τ’ς Αποκριές. Γύφτοι ήταν, αρκουδόυφτοι κι είχαν αυτό το πράμα (ζώο). Όταν βάραγαν το νταϊρέ (ντέφι), ο ένας κούναγε… το ράβδο, κι τό ’γλεπε (το έβλεπε), σηκώνονταν η αρκούδα στα δυο τα πίσω τα ποδάρια, κούναγε το κεφάλι κι τα ποδάρια τα μπροστ’νά κι περπάταγε με τα δυο τα ποδάρια, αφού ήταν δαρμένη!»Όταν μια αλεπού έτρωγε τις κότες της οικογένειας, η πείνα θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνήθως. Η σκληρότητα των ανθρώπων ήταν αντίστοιχη της φρικαλέας ευρηματικότητάς τους, εν προκειμένω παρακολουθώντας τη φωλιά όπου βρισκόταν η αλεπού με τα αλεπουδάκια της…Είναι προφανές ότι, όποιος δεν αγαπά τα ζώα, δεν αγαπά και τον συνάνθρωπό του. Συνήθως αυτοί που νοιάζονται για τα κακοποιημένα ζώα νοιάζονται πρώτα απ’ όλα για τους κακοποιημένους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, κοινωνικής τάξης.«Στο σίδερο έπιαναν ό,τι ήθελες, ό,τι πέραγε κι πάταγε απάνου, τό ’πιανε: ασβός, αλεπού, κουνάβι, μέχρι κι λαγός! Κι άνθρωπος μπόρ’γε να πατήσει! Θ’μάμε κάποτε πάτ’σε η κουνιάδα μ’ κι ρεκομάν’σε (ούρλιαξε απ’ τον πόνο)! Άκ’σε τ’ς φωνές αυτός που ’χε στήσει το σίδερο κι πήγε κι τ’ν έβγαλε (απελευθέρωσε). Κι τ’ μάλωσε κιόλα! “Τι χάλευες (ζητούσες) ιδώ;”, τ’ς είπε».Ονειρεύεται ένα κόσμο χωρίς κακοποίηση των ζώων…gmail.com