Η ευφορία που προσφέρουν οι πρώτες νότες του «Take On Me» των A-ha. Το πάθος που προκαλεί το αρχικό σόλο της κιθάρας του Μπρους Σπρίνγκστιν στο «Born to Run». Η βαθιά ανατριχίλα του ονειρικού ρεφρέν του «Comfortably Numb» των Pink Floyd. Σε πολλούς μουσικόφιλους αυτές οι στιγμές πυροδοτούν σωματικές αντιδράσεις – ρίγη στη σπονδυλική στήλη, στιγμιαίο μούδιασμα στα χέρια, ξαφνικό κόψιμο της ανάσας.
Στις επιστημονικές μελέτες, αυτές οι αντιδράσεις αποκαλούνται «αισθητικά ρίγη» και ερευνητές έχουν αρχίσει να εντοπίζουν την προέλευσή τους. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Times του Λονδίνου, το συμπέρασμά τους είναι ότι για την ανατριχίλα που προκαλούν σε πολλούς από εμάς κάποια έργα τέχνης, εν μέρει ευθύνονται τα γονίδιά μας.
Περισσότεροι από 15.000 ενήλικες, ηλικίας 18 έως 96 ετών, ρωτήθηκαν αν μερικές φορές νιώθουν ένα «ρίγος ή κύμα ενθουσιασμού» όταν διαβάζουν ποίηση ή παρακολουθούν έργα τέχνης, καθώς και αν βιώνουν κάτι αντίστοιχο ακούγοντας μουσική. Παράλληλα αναλύθηκε το DNA τους. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου το 33% της διακύμανσης επιδεκτικότητας σε ρίγη οφείλεται σε κληρονομικούς και οικογενειακούς παράγοντες.
Η ιδέα ότι η τέχνη προκαλεί σωματικές αντιδράσεις δεν είναι καινοτόμα. Ο Κάρολος Δαρβίνος είχε περιγράψει ένα ρίγος στην πλάτη καθώς άκουγε χορωδιακή μουσική στο King’s College του Κέιμπριτζ, ενώ ο συγγραφέας της «Λολίτας», Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, είχε γράψει: «Αν και διαβάζουμε με το μυαλό μας, η έδρα της καλλιτεχνικής απόλαυσης βρίσκεται ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Ας λατρέψουμε τη σπονδυλική στήλη και το μούδιασμά της».
Οι επιστήμονες μελετούν τα αισθητικά ρίγη εδώ και δεκαετίες. Σαρώσεις εγκεφάλου έχουν δείξει πως όταν κάποιος αναφέρει ότι νιώθει ρίγος ακούγοντας ενός μουσικό κομμάτι, αυτό σημαίνει ότι ενεργοποιείται το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου του. Το ίδιο δίκτυο εμπλέκεται και σε απολαύσεις όπως το καλό φαγητό ή στις περιπτώσεις που κρίνουμε κάποιον ή κάποια ως ερωτικά ελκυστικό/ή.
Σε αυτές τις στιγμές, όπως επισημαίνουν οι Times, ο εγκέφαλος απελευθερώνει ντοπαμίνη, τη χημική ουσία που συνδέεται με το κίνητρο και την απόλαυση. Ενα απογειωτικό ρεφρέν ή ένα εξαιρετικά δομημένο σονέτο φαίνεται πως ενεργοποιούν τα ίδια εγκεφαλικά τμήματα. Παράλληλα, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει και κοινές παραμέτρους ενεργοποίησης.
Στη μουσική, τα ρίγη εμφανίζονται συχνά σε στιγμές έντασης και απελευθέρωσης, όπως ένα κρεσέντο ή μια απροσδόκητη αλλαγή στις συγχορδίες. Στις εικαστικές τέχνες και στην ποίηση, συχνά συνδέονται με το δέος που εμπνέει μια τεράστια κλίμακα, μια δραματική αντίθεση ή η βιωματική αίσθηση κάτι εξαιρετικού. Ωστόσο αυτές τις αισθήσεις δεν τις βιώνουν όλοι.
Η μελέτη του Ινστιτούτου Ψυχογλωσσολογίας Max Planck, στην Ολλανδία, εξετάζει τον ρόλο της γενετικής στις σωματικές αντιδράσεις απέναντι στην τέχνη – και είναι η πρώτη φορά που αυτή εμπλέκεται σε μια τέτοια έρευνα. Στη δημοσίευσή της στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Biology, η ομάδα αναφέρει ότι «η μελέτη μας υπογραμμίζει την κοινή μοριακή κληρονομικότητα της προδιάθεσης για ρίγη από την τέχνη, την ποίηση και τη μουσική».
Το ενδιαφέρον είναι ότι η μελέτη διαπίστωσε πως τα ρίγη που προκαλούνται από τη μουσική και εκείνα που προκαλούν οι εικαστικές τέχνες και η ποίηση διέπονται εν μέρει από τις ίδιες γενετικές επιρροές. Κάποιος που αισθάνεται ρίγος ακούγοντας Μαρία Κάλλας, Νίνα Σιμόν ή Κέιτ Μπους, για παράδειγμα, είναι εξίσου πιθανό να νιώσει έτσι κοιτάζοντας έναν πίνακα του Βαν Γκογκ. Η επικάλυψη, όμως, παρότι σημαντική, δεν είναι πλήρης.
Οι επιστήμονες διερεύνησαν το ζήτημα περαιτέρω, θέτοντας το ερώτημα αν μια γενετική προδιάθεση για τα ρίγη ευθυγραμμίζεται με ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Αναζήτησαν ένα μοτίβο γονιδίων που άλλες μελέτες έχουν συνδέσει με τη θετική προδιάθεση απέναντι σε εμπειρίες, η οποία σχετίζεται με τη φαντασία, την περιέργεια και το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον.
Τα άτομα με υψηλότερη γενετική προδιάθεση για νέες εμπειρίες είναι ελαφρώς πιο πιθανό να αναφέρουν ρίγη στη βιωματική σχέση τους με την τέχνη. Συνολικά, ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα γονίδια είναι μόνο ένα μέρος της υπόθεσης – και σίγουρα δεν υπάρχει ένα μοναδικό «γονίδιο ανατριχίλας».
Το μεγαλύτερο τμήμα της διακύμανσης επιδεκτικότητας των ανθρώπων που βιώνουν αισθητικά ρίγη –περίπου το 70%– μπορεί να εξηγηθεί όχι μέσω της γενετικής, αλλά περισσότερο από την πολιτιστική κουλτούρα με την οποία έχουν εξοικειωθεί, τις εμπειρίες που έχουν συσσωρεύσει και την περιοχή όπου κατοικούν.
Η βιολογία μπορεί να συμβάλει στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα ρίγη, όχι όμως και να τα εξηγήσει πλήρως. Οι καλλιτέχνες και δημιουργοί, όπως επισημαίνουν οι Times, εξακολουθούν να παίζουν ρόλο στις κοινές εμπειρίες ακροατών, αναγνωστών και θεατών. Οπως έγραφε κι ο Ναμπόκοφ, «αυτή η μικρή ανατριχίλα είναι σίγουρα η υψηλότερη μορφή συναισθήματος που έχει επιτύχει η ανθρωπότητα».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News


