Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Η ιστορία ως λογοτεχνία και η λογοτεχνία ως ιστορία

Η ανακάλυψη του φωτογραφικού υλικού των εκτελεσμένων της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, πέραν του να δώσει στην ιστορία εικόνα, ήρθε να υπενθυμίσει, πέραν όλων των άλλων, και την πραγματικότητα ενός εμφυλίου πολέμου που ξεσπά αρκετά πριν το 1946, που συνήθως ορίζουμε ως χρονολογία έναρξης. Ενός εμφυλίου που φέρνει από τη μια μεριά τις ΕΑΜικές οργανώσεις, και από τις άλλη τις παραλλαγές του δωσιλογισμού, συμπεριλαμβανομένων όσων υπηρετούσαν στις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές υπηρεσίες ασφαλείας, όπως η διαβόητη Ειδική Ασφάλεια, είτε στα Τάγματα Ασφαλείας.

Αυτή η ιστορία αποτελεί το υπόβαθρο του μυθιστορήματος της Ελισάβετ Χρονοπούλου Επί σκοπώ πλουτισμού

Η Ελισάβετ Χρονοπούλου

Η απουσία ευκολιών ως προς τη δραματικότητα, χωρίς αυτό να μειώνει τον πραγματικά σπαρακτικό χαρακτήρα των ίδιων των περιστατικών, δίνει περισσή δύναμη στην αφήγηση. Την ίδια στιγμή, η έμφαση στην αληθοφάνεια τονίζεται με την επιλογή να συμπεριληφθεί ως παράρτημα τα πρακτικά της υποτιθέμενης δίκης γύρω από το κεντρικό περιστατικό, που στηρίζονται πάνω σε πραγματικά πρακτικά δικών δωσίλογων και που επίσης αποτυπώνουν πλήρως το κλίμα της εποχής. Η συμπερίληψη και ενός ιστορικού δοκιμίου του Μενέλαου Χαραλαμπίδη επίσης βοηθά το αναγνώστη να κατανοήσει το ιστορικό πλαίσιο.

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ιστορικό δοκίμιο καμουφλαρισμένο ως λογοτεχνία. Έχουμε να κάνουμε με ένα από τα καλύτερα πρόσφατα μυθιστορήματα, που δοκιμάζει να αναμετρηθεί με την ιστορία χωρίς να θυσιάζει τη λογοτεχνικότητα. Φαίνεται αυτό και στον τρόπο που χτίζει τους ήρωες, τον αφηγητή που βλέπει την ιστορία να ξεδιπλώνεται σαν πλέγμα ασφυκτικό από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, τον άλλο αφηγητή, που είναι ο συντάκτης της αφήγησης για τα περιστατικά της Κατοχής αλλά και ο δράστης της εκδίκησης, και την σπαρακτική φιγούρα της νεαρής Αμαλίας, της νεαρής ΕΠΟΝίτισας, με τη Χρονοπούλου να επιλέγει να της δώσει όχι μόνο αφηγηματικό σχήμα αλλά και λόγο μέσα από τα ποιήματά της.

Και έτσι αυτό που μένει είναι μια ιστορία σπαρακτική και συνάμα το βάρος της ιστορίας, η επίγνωση ότι αυτή η ιστορία δεν ήταν «μεμονωμένο περιστατικό», ότι αυτή  η μυθοπλασία αναλογεί σε πλήθος άλλες ιστορίες, απωθημένες πια ίσως με δεδομένο ότι φεύγουν από τη ζωή οι γενιές με άμεσο βίωμα, και ξεχασμένες σε πρακτικά δικών και φακέλους σε αρχεία υπηρεσιών ασφαλείας, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο πραγματικές και τραυματικές, ιστορίες που κάποια στιγμή σε συναντούν και σε αφήνουν ποτέ. Ιστορίες που αποκτούν ίσως επικαιρότητα σήμερα όχι γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά γιατί αυτή η βαναυσότητα, μεταμφιεσμένη σε εθνικοφροσύνη (αυτή την «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για πλήθος εγκλήματα) εξακολουθεί να αποτελεί ορίζουσα της ελληνικής πραγματικότητας.

Γιατί η ιστορία δεν είναι ποτέ απλώς αυτά που έγιναν κάποτε. Είναι ταυτόχρονα το αποτύπωμα, η σκιά, το βάρος όλων εκείνων των αδικοχαμένων πριν από εμάς, όλων εκείνων των νεκρών, που εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη μνήμη μας και που το αίτημά τους, η δική μας ανεξόφλητη οφειλή, είναι να μην μείνει αδικαίωτος ο θάνατός τους, αυτή τη «μυστική συμφωνία μεταξύ των γενεών» που αναφέρει κάπου ο Μπένγιαμιν.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.in.gr/2026/03/14/language-books/istoria-os-logotexnia-kai-logotexnia-os-istoria/ ανήκει στο ιστορία – in.gr .