Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ιστορίες από την κρύπτη νο 3

Ιστορίες από την κρύπτη νο 3

Το αντιτορπιλικό «Μιαούλης»
Ο δίοπος Νικόλαος Κωνσταντίνου
Γεώργιος Κωνσταντίνου: φιλόλογος εκτελέστηκε από τα τάγματα ασφαλείας τη 1η Απρίλη 1944

Ανάμεσα στις ημερολογιακές καταγραφές, υπήρξε και μία που είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η ημερομηνία της καταγραφής ήταν 1η Απριλίου 1944. Εκείνο το βράδυ ο δίοπος ξύπνησε από έναν ανεξήγητο εφιάλτη. Είχε δει ένα τόπο που έμοιαζε με την Ευβοιώτικη γη και στον ορίζοντα υπήρχαν πολλά πανύψηλα κυπαρίσσια. Το μέρος ήταν απειλητικά ήσυχο και ξάφνου δίχως να φυσάει ο παραμικρός άνεμος, τα κυπαρίσσια άρχισαν να λυγίζουν λες κι ήθελαν να φιλήσουν τη γη. Ξύπνησε αλαφιασμένος δίχως να μπορεί να εξηγήσει την ερμηνεία αυτού που είχε δει. Έτσι αρκέστηκε να καταγράψει το όνειρο συμπληρώνοντας στο τέλος την ημερομηνία. Λίγους μήνες αργότερα κι όταν ο στόλος γύρισε στην Ελλάδα, πληροφορήθηκε το κακό που είχε πλήξει την οικογένειά του. Ο μεγαλύτερος αδελφός του που ήταν μέλος του ΕΑΜ κι είχε διοριστεί φιλόλογος στο Ξηροχώρι της Εύβοιας, εκτελέστηκε μαζί με άλλους τριάντα δύο πατριώτες από τα Τάγματα Ασφαλείας σαν αντίποινα για ενέργεια του ΕΛΑΣ. Όταν ρώτησε για την ημερομηνία της εκτέλεσης, του είπαν πως έγινε την 1η Απριλίου του 1944.

Ωστόσο, του γυρισμού στην πατρίδα είχε προηγηθεί η συμμαχική απόβαση στην Ιταλία, στην οποία έλαβε μέρος κι ο ελληνικός στόλος. Το κλίμα στα πλοία, καθώς πλησίαζαν την ιταλική χερσόνησο, ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξο. Μάλιστα αρκετοί ναύτες έλεγαν φωναχτά τις σκέψεις τους, πως δηλαδή θα ξεσπούσαν στους Ιταλούς για τα τόσα χρόνια πολέμου και κακουχιών. Όμως η ιστορία δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Παρά λοιπόν τις προσδοκίες, τα σχέδια θα έμεναν ανολοκλήρωτα και θα χαράσσονταν καινούρια. Ο σημαντικότερος λόγος υπήρξε η συνειδητοποίηση πως ο ιταλικός λαός απείχε μακράν από τις περιγραφές της προπαγάνδας. Οι Ιταλοί ούτε πολεμοχαρείς έμοιαζαν, ούτε φασίστες στην πλειοψηφία τους. Αντίθετα, οι Έλληνες έβρισκαν πως είχαν πολλά κοινά με τούτο το λαό. Επιπλέον, υπήρχαν οι Ιταλίδες που μάγεψαν τους Έλληνες ναύτες με την ομορφιά τους, το γέλιο και τη θέληση για ζωή. Στον αντίποδα, οι Άγγλοι αν και τυπικά σύμμαχοι στο πεδίο των μαχών βρίσκονταν μακριά από το μεσογειακό ταμπεραμέντο. Ακόμα χειρότερα επιδείκνυαν συμπεριφορά αποικιοκράτη και σε αρκετές περιπτώσεις συμπεριφέρονταν βάρβαρα στους άμαχους. Συνέπεια του προηγούμενου, υπήρξε το εξής παράδοξο: Ιταλοί και Έλληνες που ήταν αντίπαλοι στα χαρτιά συμμαχούσαν τις περισσότερες φορές για να αντιμετωπίσουν τους μεθυσμένους Βρετανούς ναύτες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι συμπλοκές τελείωναν με τους ήχους από τις σφυρίχτρες της ναυτονομίας.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο δίοπος Κωνσταντίνου γνώρισε την όμορφη Γιολάντα με φυσικό επακόλουθο να ξελογιαστεί από την ιταλική ομορφιά. Τη συναντούσε σε κάθε του έξοδο και τις περισσότερες φορές κατέληγαν να κοιμούνται μαζί στο μικρό της σπίτι στον Τάραντα. Ωστόσο, κάποιο βράδυ που ξενύχτησαν παραπάνω τον πήρε ο ύπνος για τα καλά με αποτέλεσμα να χάσει τις βάρκες που επέστρεφαν τους ναύτες στα πλοία τους. Απευθύνθηκε στους Εγγλέζους που είχαν την κεντρική οργάνωση και μέσα σε μια βάρκα έψαχναν το αντιτορπιλικό υπό το φως ενός μονάχα φακού, καθότι το λιμάνι ήταν σε συσκότιση από το φόβο γερμανικού βομβαρδισμού. Η προσπάθεια ήταν άκαρπη κι ακόμα χειρότερα, την επόμενη μέρα το «Μιαούλης» απέπλευσε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ο Νικόλαος Κωνσταντίνου πάνω στην απελπισία του, μπόρεσε να σκεφτεί καθαρά κι έτσι απευθύνθηκε για μια ακόμα φορά στο βρετανικό ναυαρχείο που ήταν επικεφαλής όλων των επιτελικών σχεδιασμών. Εκεί ένας αξιωματικός αφού του έδειξε κάτι χάρτες που λίγο κατάλαβε, του ζήτησε να παρουσιαστεί πάλι συγκεκριμένη ώρα και θα τον βοηθούσαν να φτάσει στον προορισμό του. Πραγματικά επέστρεψε στο ναυαρχείο αρκετή ώρα πριν τη συμφωνημένη και με έκπληξη διαπίστωσε τη βρετανική οργάνωση, καθώς ένα τζιπ τον περίμενε με τη μηχανή αναμμένη. Ο οδηγός τον οδήγησε στο σταθμό του τρένου κι εκεί του εξήγησε σε ποιο σταθμό έπρεπε να κατέβει ώστε να βρει το πλοίο του στο λιμάνι. Όμως η περιπέτεια δεν είχε τελειώσει ακόμα, καθώς στη διαδρομή το τρένο έγινε στόχος των «στούκας» με αποτέλεσμα να εκτροχιαστεί. Ο Νικόλαος Κωνσταντίνου βρέθηκε μόνος στο δρόμο να κάνει ώτο-στοπ. Ευτυχώς η οδηγία για τα Ι.Χ. να διευκολύνουν ένστολους τον βοήθησε να βρει γρήγορα όχημα με κατεύθυνση το λιμάνι που του είχαν υποδείξει. Λίγες ώρες αργότερα βρέθηκε στον προορισμό του και με μεγάλη ανακούφιση διαπίστωσε πως το «Μιαούλης» μόλις τώρα διακρίνονταν στον ορίζοντα. Αμέσως επισκέφτηκε το λιμεναρχείο και ζήτησε να επικοινωνήσουν με το πλοίο του. Σ’ αυτό καθώς το ταξίδι του ήταν ήρεμο και δεν είχε χρειαστεί να σημάνει συναγερμός και να δοθεί αναφορά δεν είχε γίνει αντιληπτή η απουσία του.

Βέβαια, η περιπέτειά του δεν είχε τελειώσει ακόμα. Αν κι ανακουφισμένος που γλίτωσε την πιθανή κατηγορία λιποταξίας, μόλις πάτησε το πόδι του στο κατάστρωμα βρέθηκε εν μέσω δύο πυρών. Από τη μία έδωσε αναφορά στον πλοίαρχο και βέβαια είσπραξε μια ποινή που αναλογούσε σε πολυήμερη στέρηση εξόδου. Από την άλλη, ακόμα χειρότερα, είχε να αντιμετωπίσει την καχύποπτη επιτροπή του ΕΛΑΝ. Έκπληκτος αντιμετώπισε ερωτήσεις του στυλ «τι είδους έγγραφα παράδωσε στο βρετανικό ναυαρχείο εκ μέρους του καπετάνιου¨». Απεγνωσμένα προσπάθησε να εξηγήσει πως η αργοπορία του οφείλονταν σε γυναικείο δάκτυλο κι όχι σε μυστικές υπηρεσίες. Οι ερωτήσεις με αυτονόητη απάντηση, του στυλ «και γιατί απευθύνθηκες στους Άγγλους;» ή «πως ήξερες τον προορισμό μας, αφού ούτε εμείς δεν τον γνωρίζαμε μέχρι πριν λίγο» έδειχναν πως η αλήθεια δύσκολα θα γίνονταν πιστευτή.

Η αποκορύφωση της έντασης ήρθε μ’ ένα οξύθυμο μέλος της επιτροπής που έπειτα από μια έξοδο και κατανάλωση οινοπνεύματος του αποκρίθηκε ως εξής «Κωνσταντίνου είσαι εχθρός του λαού! Θα λογοδοτήσεις γι’ αυτό». Χρειάστηκε η επέμβαση των πιο ψύχραιμων για να ηρεμήσουν τα πνεύματα, ενώ έκτοτε οι σχέσεις τους παράμειναν τεταμένες. Με το συγκεκριμένο άνθρωπο ξανασυναντήθηκαν τυχαία στα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου στην Ελλάδα, στην αίθουσα κάποιου στρατοδικείου. Ο καθένας σε κάποιο δικό του είχε πάει να συμπαρασταθεί.  Ο δίοπος έφερνε ακόμα πολύ βαριά τις κουβέντες του πρώην συμπολεμιστή του, όμως ο τόπος ήταν ακατάλληλος για να γυρέψει εξηγήσεις. Γνώριζε πόσο εύκολα μοίραζαν οι στρατοδίκες το «εις θάνατον» κι έτσι επέλεξε να μη δώσει συνέχεια.  «Τέτοιο κρίμα δεν ήθελα να το έχω στο λαιμό μου» έλεγε.

Το πρωτότυπο άρθρο https://istoriatexnespolitismos.wordpress.com/2020/04/05/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B7-%CE%BD%CE%BF-3/ ανήκει στο Ιστορία-Τέχνες-Πολιτισμός .