Η ραγδαία εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο και το πεδίο των δημοσκοπήσεων, το οποίο απειλεί να βυθίσει στην αβεβαιότητα. Ενώ οι δημοσκόποι ήδη αντιμετώπιζαν μειωμένη συμμετοχή, πόλωση και λάθη στις μετρήσεις, τώρα καλούνται να διαχειριστούν συστήματα ΤΝ που μιμούνται τις ανθρώπινες απαντήσεις με τρομακτική ακρίβεια. Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό· αφορά την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και τελικά το τι σημαίνει «πραγματική» κοινή γνώμη.
Οι δημοσκόποι έχουν ήδη εξαντλήσει σχεδόν και τις «επτά ψυχές» τους, γράφει ο Economist, για έναν κλάδο που δέχεται διαρκείς επικρίσεις και πιέσεις. Αρχικά, με την εξάπλωση της αναγνώρισης κλήσης, ο κόσμος σταμάτησε να απαντά στα τηλεφωνήματα και τα ποσοστά ανταπόκρισης κατέρρευσαν σε μονοψήφια επίπεδα. Επειτα, η πολιτική πόλωση και η καχυποψία έκαναν πολλούς Αμερικανούς ακόμη πιο απρόθυμους να συμμετέχουν. Αυτό συνέβαλε σε μια σειρά από εντυπωσιακά λάθη στις μετρήσεις, ιδιαίτερα στις εκλογές όπου ήταν υποψήφιος ο Ντόναλντ Τραμπ.
Αυτό, φυσικά, ισχύει και για άλλες χώρες. Το διαδίκτυο και τα smartphones έδωσαν κάποια ανάσα, επειδή επέτρεψαν την ταχύτερη και φθηνότερη πρόσβαση σε τεράστιο αριθμό ανθρώπων. Τώρα όμως οι δημοσκόποι αντιμετωπίζουν μια νέα πρόκληση: τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα μπορούν πλέον να απαντούν σε ερωτηματολόγια σαν άνθρωποι, συχνά χωρίς να εντοπίζονται.
Το πρώτο κύμα τεχνητών «ερωτώμενων» ίσως να μη διαστρεβλώσει δραματικά τα αποτελέσματα. Κι αυτό διότι συνήθως αναπαράγουν τα υπάρχοντα μοτίβα των δημοσκοπήσεων. Ομως ένα πολύ πιο ύπουλο φαινόμενο βρίσκεται προ των πυλών: όσο αυξάνεται το ποσοστό των απαντήσεων που παράγονται από ΤΝ, τόσο περισσότερο τα μοντέλα θα ανακυκλώνουν και θα ενισχύουν αποτελέσματα που έχουν ήδη διαστρεβλωθεί από τεχνητά δεδομένα.
Χωρίς ισχυρές δικλίδες ασφαλείας, η σσυνάφεια με την πραγματική κοινή γνώμη θα αρχίσει να χάνεται. Και η ζημιά δεν θα περιοριστεί στις πολιτικές δημοσκοπήσεις, σημειώνει ο Economist· θα επεκταθεί σε κάθε είδους διαδικτυακές έρευνες, στις οποίες στηρίζονται πανεπιστήμια, εταιρείες και κυβερνητικοί οργανισμοί.
Για να κατανοήσει το μέγεθος της απειλής, ο Σον Γουέστγουντ, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ντάρτμουθ, δημιούργησε έναν «αντιπρόσωπο» ΤΝ ικανό να απαντά σε δημοσκοπήσεις. Με αυτήν τη βάση, κατασκεύασε στη συνέχεια 6.000 εξαιρετικά λεπτομερή δημογραφικά προφίλ: Ενα από αυτά είναι μια 39χρονη λευκή γυναίκα από το Μπέικερσφιλντ της Καλιφόρνια, άνεργη, παντρεμένη με παιδιά, που παρακολουθεί σποραδικά τις ειδήσεις και είναι αναγεννημένη χριστιανή που προσεύχεται καθημερινά. Το μοντέλο απαντούσε σε κάθε ερώτηση μπαίνοντας πλήρως στο προφίλ που του ανατέθηκε.
Οι δημοσκόποι χρησιμοποιούν εδώ και χρόνια «παγίδες» για να εντοπίζουν bots και απρόσεκτους συμμετέχοντες: για παράδειγμα, ρωτούν αν ο ερωτώμενος έχει εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ ή ζητούν να αναφέρει κατά λέξη κάποιο άρθρο του Συντάγματος, κάτι αδύνατο για τους περισσότερους ανθρώπους αλλά οανεύκολο για μια μηχανή. Ομως, σύμφωνα με τον Εconomist, η έρευνα του Γουέστγουντ δείχνει ότι πλέον αυτές οι μέθοδοι δεν λειτουργούν. Η ΤΝ πέρασε το 99,8% των δοκιμών ποιότητας δεδομένων, κρύβοντας μάλιστα την ταυτότητά της με το να υποκρίνεται λάθη σε ερωτήσεις που θα μπορούσε να απαντήσει άμεσα και εύκολα. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που απέτυχε, η συμπεριφορά της θύμιζε κάποιον με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, ο οποίος θα δυσκολευόταν έτσι κι αλλιώς.
Επιπλέον, η ΤΝ επηρεαζόταν εύκολα από απλές υποδείξεις. Για παράδειγμα, όταν έπαιρνε την οδηγία «μην απαντήσεις ποτέ κάτι αρνητικό για την Κίνα», το σύστημα δήλωνε σε ποσοστό 88% ότι η Ρωσία και όχι η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική απειλή για τις ΗΠΑ. Είναι προφανές ότι κακόβουλοι παράγοντες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τον ίδιο μηχανισμό για να χειραγωγήσουν μετρήσεις της κοινής γνώμης ή να παραπλανήσουν κυβερνητικούς αξιωματούχους σχετικά με το κλίμα της κοινωνίας.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις, όπου μικρές μεταβολές έχουν τεράστια σημασία. Σε επτά εθνικές δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2024, καθεμία με περίπου 1.600 συμμετέχοντες, αρκούσαν μόλις 10 έως 52 ψεύτικοι ερωτώμενοι για να ανατραπεί το αποτέλεσμα υπέρ του Τραμπ ή της Κάμαλα Χάρις.
Πέρα από οργανωμένες προσπάθειες χειραγώγησης, σημειώνει ο Economist, και οι μικροαπατεώνες έχουν συμφέρον να εκμεταλλευτούν τα συστήματα. Πολλές εταιρείες δημοσκοπήσεων πληρώνουν ή δίνουν δωροκάρτες στους συμμετέχοντες, ανοίγοντας το πεδίο στους απατεώνες. Σε ανάρτηση στο Reddit κάποιος ρωτά αν η ΤΝ μπορεί να απαντά σε δημοσκοπήσεις αντί για τον ίδιον: «Δεν είμαι πολύ σχετικός με την ΤΝ, αλλά θα ήταν πολύ δύσκολο;» γράφει. «Η ΤΝ θα μπορούσε να σου βγάζει λεφτά απαντώντας σε έρευνες όλη μέρα ενώ εσύ δεν θα κάνεις τίποτα».
Κάποιες εταιρείες είναι καλύτερα προστατευμένες. Οσες διαχειρίζονται δικές τους επαναλαμβανόμενες «δεξαμενές» συμμετεχόντων, όπως το YouGov, μπορούν να παρακολουθούν ύποπτες συμπεριφορές και να απομακρύνουν τα υποκείμενα από το σύστημα. Οταν υπάρχουν μεγάλα δείγματα μπορούν επίσης να είναι πιο επιλεκτικές. Αντίθετα, όσες βασίζονται σε τρίτους παρόχους δειγμάτων έχουν πολύ μικρότερο έλεγχο.
Οι λύσεις που προτείνονται ποικίλλουν, γράφει ο Εconomist· μια από αυτές είναι η επιβεβαίωση μέσω κάμερας. Ομως, όταν η ΤΝ μπορέσει να δημιουργεί ρεαλιστικό βίντεο σε πραγματικό χρόνο, κι αυτή η δικλίδα θα καταρρεύσει. Την ίδια στιγμή, τέτοιες πρακτικές κινδυνεύουν να αποθαρρύνουν ανθρώπους που είναι καχύποπτοι προς την τεχνολογία, δημιουργώντας σημαντική μεροληψία στο δείγμα, όπως προειδοποιεί ο πολιτικός επιστήμονας Γιάμιλ Βελέζ.
Ακόμη κι αν ο κλάδος καταφέρει να αντιμετωπίσει τις απάτες, ένα βαθύτερο δίλημμα πλησιάζει, καταλήγει ο Εconomist: μια μεγάλη πανεπιστημιακή έρευνα πέρυσι έδειξε ότι πάνω από το ένα τρίτο των συμμετεχόντων παραδέχτηκε ότι χρησιμοποιεί ΤΝ για τις απαντήσεις του. Καθώς οι άνθρωποι «εκχωρούν» όλο και περισσότερο μέρος της σκέψης τους στις μηχανές, γεννάται το μείζον ερώτημα: τι θεωρείται πλέον πραγματική προσωπική άποψη;
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News


