Ο Γιούρι Αλον, φυσικός που στράφηκε στη βιολογία συστημάτων στο Ινστιτούτο Επιστημών Βέισμαν στο Ισραήλ, προβληματιζόταν επί χρόνια για μια κοινά αποδεκτή στατιστική: ότι μόνο το 20% της μακροζωίας καθορίζεται από τα γονίδια. Αυτή η άποψη δημιουργούσε ένα εύλογο ερώτημα, γράφει η Washington Post: αν η γενετική παίζει τόσο μικρό ρόλο, τότε γιατί να μελετάται τόσο εντατικά; Ο ίδιος, χρησιμοποιώντας μαθηματικά μοντέλα για την κατανόηση σύνθετων βιολογικών φαινομένων, αποφάσισε να επανεξετάσει το ζήτημα.
Μαζί με την ομάδα του, ανέπτυξε ένα μοντέλο που στόχευε να αναλύσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τους παράγοντες που καθορίζουν τη διάρκεια ζωής. Οι παλαιότερες μελέτες, στις οποίες βασίστηκε η εκτίμηση του 20%, είχαν εξετάσει σκανδιναβούς διδύμους που γεννήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκείνη την εποχή, οι λεγόμενοι «εξωτερικοί» παράγοντες θνησιμότητας, όπως λοιμώξεις, ατυχήματα και βία, ήταν ιδιαίτερα συχνοί, επηρεάζοντας σημαντικά το προσδόκιμο ζωής.
Η ομάδα του Αλον εξέτασε νεότερα δεδομένα από σουηδούς διδύμους που γεννήθηκαν μεταξύ 1900 και 1935. Διαπίστωσαν ότι οι εξωτερικοί αυτοί παράγοντες «έκρυβαν» την πραγματική επίδραση της κληρονομικότητας. Οταν το μοντέλο τους απομόνωσε αυτούς τους παράγοντες, σημειώνει η WP, το ποσοστό της κληρονομικότητας αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας περίπου στο 50%.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι παλαιότερες μελέτες ήταν λανθασμένες· απλώς αντανακλούσαν μια διαφορετική εποχή. Τότε, πολλοί άνθρωποι πέθαιναν από ασθένειες όπως η πνευμονία και η φυματίωση πριν φτάσουν καν στη μέση ηλικία. Σε τέτοιες συνθήκες, η γενετική δεν είχε την ευκαιρία να εκφραστεί πλήρως.
Ο ερευνητής Νιρ Μπαρζίλαϊ δίνει ένα απλό παράδειγμα: ο παππούς του πέθανε από καρδιακή προσβολή στα 68, ενώ ο πατέρας του, με την ίδια πάθηση στην ίδια ηλικία, έζησε μέχρι τα 84 χάρη στις εξελίξεις της Ιατρικής. Αυτό δείχνει ότι η πρόοδος της επιστήμης μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη διάρκεια ζωής, ανεξάρτητα από τη γενετική.
Το ερώτημα που προκύπτει, σύμφωνα με την WP, είναι τι σημαίνει πρακτικά ότι το 50% της διάρκειας ζωής είναι κληρονομικό. Ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν ότι αυτό ήταν αναμενόμενο, καθώς τα γονίδια αποτελούν τον βασικό παράγοντα που διαφοροποιεί τη διάρκεια ζωής μεταξύ των ειδών. Από τα ζώα μέχρι τα φυτά και τους μικροοργανισμούς, η γενετική καθορίζει τα όρια της ζωής.
Ωστόσο, οι προηγούμενες εκτιμήσεις έδιναν στους ανθρώπους την εντύπωση ότι έχουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη γήρανση. Η νέα μελέτη επαναφέρει την ισορροπία, τονίζοντας ότι τόσο η γενετική όσο και το περιβάλλον είναι καθοριστικά.
Ο Τόμας Περλς, ειδικός στη μακροζωία, λέει στην WP ότι η σημασία της γενετικής αυξάνεται όσο πλησιάζουμε σε ακραίες ηλικίες, όπως τα 105 ή 110 έτη. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και χωρίς εξαιρετικά «καλά» γονίδια, ένας μέσος άνθρωπος μπορεί να φτάσει περίπου τα 88 χρόνια (άνδρες) ή τα 93 (γυναίκες), εφόσον ακολουθεί έναν υγιεινό τρόπο ζωής.
Εκτός από τις προσωπικές επιλογές, σημαντικό ρόλο παίζουν και κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες, όπως η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η σωστή διατροφή. Αυτά τα στοιχεία ενισχύουν την ανθεκτικότητα του οργανισμού και την ικανότητά του να αντιστέκεται στη γήρανση.
Ο Αλον περιγράφει τη γενετική ως ένα είδος «σημείου εκκίνησης». Η διάρκεια ζωής των προγόνων μας επηρεάζει τις πιθανότητες για τη δική μας. Οι υγιεινές συνήθειες, σημειώνει, μπορούν να προσθέσουν κάποια χρόνια, αλλά η επίδρασή τους είναι περιορισμένη σε σύγκριση με τις αρνητικές συνήθειες, οι οποίες μπορούν να μειώσουν δραστικά το προσδόκιμο ζωής.
Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς πρέπει να ζούμε. Η απάντηση των επιστημόνων είναι σαφής, γράφει η WP: δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια για έναν υγιεινό τρόπο ζωής. Η νέα γνώση, όμως, ενισχύει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα στα γονίδια που σχετίζονται με τη μακροζωία, καθώς η κατανόηση αυτών των μηχανισμών θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες θεραπείες που επιβραδύνουν τη γήρανση.
Παρά τις εξελίξεις, οι βασικές συμβουλές παραμένουν ίδιες: αποφυγή καπνίσματος, μέτρια κατανάλωση αλκοόλ και ισορροπημένη διατροφή. Αν και δεν γνωρίζουμε ακριβώς το γενετικό μας «όριο», οι επιλογές μας εξακολουθούν να έχουν ουσιαστική σημασία.
Η μελέτη αυτή αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μακροζωία, υπογραμμίζοντας ότι η ζωή μας διαμορφώνεται από έναν συνδυασμό βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, χωρίς όμως να μας αφαιρεί τη δυνατότητα να τη βελτιώσουμε μέσα από τις καθημερινές μας συνήθειες.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News


