
Ξαφνικά, μέσα στη ζούγκλα ξέσπασε ένα γέλιο. Από τότε έχουν περάσει 15 εκατομμύρια χρόνια. Το ανθρώπινο είδος δεν είχε ακόμη εμφανιστεί, πόσο μάλλον η ικανότητά του για ομιλία. Ανάμεσα στα φυλλώματα κινούνταν πρωτεύοντα θηλαστικά, όχι πολύ διαφορετικά από τα σημερινά, και το «γέλιο» τους ήταν μονότονο, μια λαχανιασμένη εκπνοή με σταθερό ρυθμό, όπως περιγράφει η Repubblica.
«Ηταν η αρχή μιας ιστορίας», εξηγεί η πρωτευοντολόγος Κιάρα Ντε Γκρεγκόριο από το Πανεπιστήμιο του Γουόρικ. «Μέσα από την εξέλιξη του γέλιου μπορούμε να ανασυνθέσουμε και την εξέλιξη της ανθρώπινης γλώσσας». Στη μελέτη της, που δημοσιεύθηκε στο Communications Biology, η ερευνήτρια ανέλυσε ουρακοτάγκους, γορίλες, χιμπαντζήδες, μπονόμπο και ανθρώπους, αναζητώντας τα ίχνη της βιολογικής καταγωγής του γέλιου.
Το παιχνίδι ως αφετηρία του γέλιου
«Υπήρχε το παιχνίδι», εξηγεί η Ντε Γκρεγκόριο περιγράφοντας την αρχική λειτουργία του γέλιου. «Δυο μικρά που παλεύουν παίζοντας και γελούν: αυτό είναι ένα σήμα που λέει “είμαστε εντάξει, δεν με πληγώνεις”». Σε αυτή την πρωταρχική ανταλλαγή κρύβεται ήδη μια στοιχειώδης μορφή επικοινωνίας.
Ακόμη και σήμερα, στα πρωτεύοντα το γέλιο εμφανίζεται κυρίως στο παιχνίδι και στο γαργαλητό. «Είναι ένας τρόπος να ρυθμίζονται τα όρια της αλληλεπίδρασης», σημειώνει η ερευνήτρια. «Δεν διαφέρει πολύ από αυτό που βλέπουμε και σε άλλα θηλαστικά, όπως οι σκύλοι, όταν παίζουν».
Από τον ήχο στη γλώσσα
«Στους γορίλες και στους ουραγκοτάγκους ο ρυθμός είναι πιο σταθερός», εξηγεί. «Στους χιμπαντζήδες και στα μπονόμπο γίνεται πιο γρήγορος και πιο μεταβλητός, αντανακλώντας μια πιο σύνθετη κοινωνική ζωή».
Αυτή η μεταβλητότητα φαίνεται να είναι καθοριστική. «Ο άνθρωπος μπορεί να γελάει με άπειρους τρόπους», τονίζει. «Από το αυθόρμητο γέλιο μέχρι το κοινωνικό, το νευρικό ή το ειρωνικό. Είμαστε τα μόνα όντα που μπορούμε να γελάμε ακόμη και μόνα μας».
Μια παγκόσμια γλώσσα πριν από τις λέξεις
«Το γέλιο παραμένει μια παγκόσμια γλώσσα», λέει η πρωτευοντολόγος σε συνέντευξή της στη La Repubblica. «Ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις τη γλώσσα ενός τόπου, μπορείς να επικοινωνήσεις με το χαμόγελο». Οπως σημειώνει, «αν πάω στην Παπούα Νέα Γουινέα δεν θα καταλαβαίνω ούτε λέξη, αλλά μπορώ να χρησιμοποιήσω το χαμόγελο. Το ίδιο ισχύει και όταν επικοινωνούμε με πολύ μικρά παιδιά. Μπορεί να έχουμε χάσει έναν αγαπημένο μας άνθρωπο, όμως θυμόμαστε πολύ καλά το γέλιο του. Θα μπορούσαμε να το αναγνωρίσουμε ακόμη και μέσα σε ένα πλήθος».
Αυτή η ικανότητα, σύμφωνα με τη μελέτη, μπορεί να έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση της γλώσσας. Η σταδιακή πολυπλοκότητα των ήχων άνοιξε τον δρόμο για την άρθρωση και, τελικά, για τον λόγο.
Η αρχή μιας πολύ παλιάς ιστορίας
«Ανασυνθέσαμε αυτήν την εξέλιξη μελετώντας τον ρυθμό και τη μεταβλητότητα του γέλιου στα πρωτεύοντα», εξηγεί η Ντε Γκρεγκόριο. Ακολουθώντας το εξελικτικό δέντρο προς τα πίσω, οι ερευνητές τοποθετούν τον κοινό πρόγονο των ειδών που γελούν περίπου 15 εκατομμύρια χρόνια πριν.
Και ίσως εκεί, σε εκείνη τη μακρινή στιγμή, να βρίσκεται μια από τις πρώτες ρίζες αυτού που σήμερα ονομάζουμε ανθρώπινη φύση: όχι μια λέξη, όχι μια σκέψη, αλλά ένας ήχος που μοιράζεται. Ενα γέλιο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News



