Η OpenAI, η εταιρεία-κολοσσός πίσω από το ChatGPT, θεωρείται σήμερα μία από τις πιο ισχυρές και ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις στον κόσμο. Μόλις ολοκλήρωσε τον μεγαλύτερο γύρο χρηματοδότησης στην ιστορία της Silicon Valley, φτάνοντας σε αποτίμηση 852 δισ. δολαρίων, και πολλοί εκτιμούν πως όταν εισαχθεί στο χρηματιστήριο θα ξεπεράσει το ένα τρισεκατομμύριο. Στο τιμόνι της βρίσκεται ο συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος Σαμ Αλτμαν, μια από τις πιο ισχυρές αλλά και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης τεχνολογικής σκηνής.
Δημοσίως ο Αλτμαν μιλάει για τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης και τα οφέλη της για την καθημερινή ζωή, προειδοποιώντας παράλληλα για τους κινδύνους της. «Μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες θα μπορούμε να κάνουμε πράγματα που στους παππούδες μας θα φαίνονταν μαγικά», λέει. Και μαζί με προσωπικότητες όπως ο Ελον Μασκ και ο Μπιλ Γκέιτς υποστηρίζει ότι η μείωση του κινδύνου εξαφάνισης της ανθρωπότητας λόγω Τεχνητής Νοημοσύνης πρέπει να είναι παγκόσμια προτεραιότητα — στο ίδιο επίπεδο με πανδημίες και πυρηνικές απειλές. Οπως σημειώνει και η Corriere della Sera, η OpenAI παρουσιάζεται ως εταιρεία που υπόσχεται να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας, αλλά η αλήθεια μπορεί να είναι πιο σύνθετη.
Πάντως η εκτενής έρευνα του New Yorker, υπογεγραμμένη από τους Ρόναν Φάροου και Αντριου Μαράντζ, σκιαγραφεί μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Η έρευνα, σχεδόν βιβλίο σε έκταση, δεν εστιάζει μόνο στις τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά στο ποιος κρατά πραγματικά τα «κλειδιά». Σύμφωνα με τους δημοσιογράφους, ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους της ΤΝ δεν είναι η ίδια η τεχνολογία, αλλά το ότι βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου – του Αλτμαν.
«Ο ρόλος που του έχει ανατεθεί, του δίνει τρομακτική επιρροή πάνω στο μέλλον της ανθρωπότητας, χωρίς να είναι απαραίτητα ένας άνθρωπος που εμπνέει εμπιστοσύνη», σημειώνουν, μετά από εκατοντάδες συνεντεύξεις με συνεργάτες και πρώην στελέχη της OpenAI. Η έρευνα βασίζεται και σε εσωτερικά ντοκουμέντα του Ιλια Σούτσκιβερ και του Ντάριο Αμοντέι, οι οποίοι είχαν αρχίσει να εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις για τις επιλογές και τη στρατηγική του Αλτμαν.
Η αποπομπή του από την εταιρεία το 2023, που τελικά ανατράπηκε χάρη σε ειδικούς στις δημόσιες σχέσεις και στη βοήθεια συμμάχων και χρηματοδοτών, δείχνει πόση δύναμη είχε συγκεντρώσει. Μεταξύ αυτών και ο Τζος Κούσνερ, αδελφός του Τζάρεντ, γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ, που συμμετείχε ενεργά για να αποτρέψει την απομάκρυνση: «Μπήκαμε αμέσως σε κατάσταση μάχης για να σώσουμε τον Αλτμαν», δήλωσε.
Η αντιπαράθεση με τον Μασκ συνεχίζεται. Το 2024 ο Μασκ κατέθεσε αγωγή κατά του Αλτμαν και της OpenAI κατηγορώντας τους για απάτη και για παραβίαση όρων ενός φιλανθρωπικού trust, ισχυριζόμενος ότι τον είχαν παραπλανήσει συστηματικά μέσα από αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε «μακρά απάτη του Αλτμαν». Η OpenAI αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες.
Οι Φάροου και Μαράντζ διαπίστωσαν ότι οι φήμες περί σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων ήταν ψευδείς. Παρ’ όλα αυτά, όπως σημειώνει η Corriere della Sera, οι υπόλοιπες επικρίσεις δημιουργούν ερωτήματα για τον τρόπο που ο Αλτμαν διαχειρίζεται την τεράστια δύναμη και επιρροή του στην εταιρεία, για το ποιος πραγματικά καθορίζει τις στρατηγικές αποφάσεις και την πορεία της OpenAI.
Σήμερα ο Αλτμαν δείχνει αποφασισμένος να κρατήσει τα ηνία της OpenAI και να απολαύσει τα οφέλη της. Παράλληλα, η εταιρεία φαίνεται να έχει εγκαταλείψει μεγάλο μέρος των μέτρων ασφαλείας και των δεσμεύσεων κατά της κακής χρήσης της ΤΝ, δίνοντας προτεραιότητα στην ταχύτατη ανάπτυξη και στα δυνητικά κέρδη.
Σχεδόν όλοι όσοι μίλησαν με τους Φάροου και Μαράντζ συμφωνούν: ο Αλτμαν διαθέτει ακόρεστη δίψα για εξουσία, την ικανότητα να λέει στους άλλους ό,τι θέλουν να ακούσουν και σχεδόν πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του – χαρακτηριστικά που τον ξεχωρίζουν ακόμη και σε έναν χώρο γεμάτο καρχαρίες.
Η σχέση του με τη Microsoft, παρά τη μακροχρόνια συνεργασία, δείχνει ήδη ρωγμές, καθώς αλλάζει όρους, επαναδιαπραγματεύεται συμφωνίες και αφήνει πίσω του καχυποψία. Η ιστορία της OpenAI, όπως σημειώνει η Corriere della Sera, δεν είναι απλώς μια ιστορία επιχειρηματικής επιτυχίας. Είναι και μια υπενθύμιση τού πόσο λεπτά είναι τα όρια μεταξύ δύναμης, φιλοδοξίας και δημόσιου συμφέροντος.
Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Ναι μεν η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τι γίνεται όταν η διαμόρφωση και ο τρόπος χρήσης της βρίσκονται στα χέρια ενός και μόνο ανθρώπου; Μπορεί η υπόσχεση για το «καλό της ανθρωπότητας» να συνυπάρξει με την ανθρώπινη φιλοδοξία, τη δίψα για εξουσία και την επιδίωξη κέρδους; Ή μήπως η πραγματική πρόκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι να αποφασίσουμε εμείς πώς θέλουμε να ελέγχουμε την ηθική της, προτού μας ελέγξει εκείνη;
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News


