Βρίσκεται παντού: σε μπισκότα, σοκολάτες, πίτες, έτοιμα γεύματα, φυτικά τυριά – ακόμη και σε παιδικές τροφές αλλά και καλλυντικά. Ο λόγος για το φοινικέλαιο, η χρήση του οποίου είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη βιομηχανία τροφίμων, κυρίως λόγω της χαμηλής τιμής του και της τεχνολογικής του σταθερότητας.
Σχέση ποιότητας – τιμής
Αξιοσημείωτη είναι και η αντίστροφη σχέση μεταξύ τιμής και περιεκτικότητας σε παλμιτικό οξύ, με τα φθηνότερα προϊόντα να εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις. Εξαίρεση αποτελούν, εντούτοις, οι πίτες με φύλλο κρούστας, όπου καταγράφηκε μείωση κατά 19,4%, κυρίως λόγω χρήσης ελαιολάδου. «Το παλμιτικό οξύ, βασικό συστατικό του φοινικέλαιου κι ένα από τα πιο διαδεδομένα κορεσμένα λιπαρά στις ευρωπαϊκές δίαιτες, έχει συσχετιστεί με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, όπως καρδιαγγειακά και νευροεκφυλιστικά νοσήματα», εξηγεί ο Χ. Δημοσθενόπουλος.
Παράλληλα, όταν το φοινικέλαιο έχει υποστεί εκτεταμένη επεξεργασία (εξευγενισμένο), μπορεί να περιέχει ουσίες όπως οι εστέρες γλυκιδόλης (glycidyl esters) και οι εστέρες 3-MCPD. «Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), οι ενώσεις αυτές προκαλούν ανησυχία για τη δημόσια υγεία, καθώς είναι γονοτοξικές και δυνητικά καρκινογόνες – με τον κίνδυνο να είναι ανάλογος της πρόσληψης και να αφορά ιδιαίτερα τα παιδιά». Πάντως ο Χ. Δημοσθενόπουλος ξεκαθαρίζει ότι το φοινικέλαιο δεν είναι το πιο επιβλαβές. «Διατροφικά, τα βιομηχανικά trans λιπαρά από μερικώς υδρογονωμένα έλαια θεωρούνται σαφώς πιο επικίνδυνα για την καρδιά, ακόμη και σε μικρές ποσότητες, γι’ αυτό και διεθνώς καταργούνται. Επίσης, έλαια όπως το λάδι καρύδας και το φοινικοπυρηνέλαιο είναι συνήθως ακόμη πιο πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά από το φοινικέλαιο. Αρα ο τίτλος “το χειρότερο” δεν ανήκει τόσο στο φοινικέλαιο, όσο στα trans λιπαρά και, σε δεύτερο επίπεδο, στη συνολική υπερκατανάλωση κορεσμένων λιπαρών από πολλές πηγές».
Υπάρχει ασπίδα;
Η επιστημονική κοινότητα επιμένει ότι η δαιμονοποίηση του φοινικέλαιου δεν είναι η λύση στο διατροφικό αυτό παζλ. Αντίθετα, απαιτείται γνώση και εκπαίδευση με στόχο την ισορροπημένη διατροφή. «Η ανάγνωση των ετικετών, η μείωση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και η προτίμηση σε πηγές ακόρεστων λιπαρών – όπως το ελαιόλαδο – αποτελούν τα πιο αποτελεσματικά μέτρα προστασίας», σημειώνει ενδεικτικά ο Χ. Δημοσθενόπουλος. Και στο πλαίσιο αυτό δίνει το εξής πρακτικό παράδειγμα: αν το «φοινικέλαιο», το «palm oil», το «palm fat» ή το «palm kernel oil» εμφανίζεται στις πρώτες θέσεις των συστατικών, το προϊόν συνήθως βασίζεται αρκετά σε αυτό και δεν είναι υγιεινή επιλογή.
Είναι σημαντικό επίσης να συνυπολογίσει κανείς ότι οι ειδικοί της American Heart Association (AHA) κατατάσσουν το φοινικέλαιο στη λίστα με τα τροπικά έλαια, τα οποία έχουν υψηλότερη συγκέντρωση σε κορεσμένα λιπαρά. Και προτείνουν στους καταναλωτές να επιλέγουν κυρίως μη τροπικά φυτικά έλαια, όπως ελαιόλαδο, ηλιέλαιο, σογέλαιο, κραμβέλαιο (γνωστό και ως κανόλα) κ.ά.Αντίστοιχα και οι διατροφολόγοι του Harvard σημειώνουν ότι το φοινικέλαιο είναι σαφώς καλύτερο από τα έλαια με υψηλή περιεκτικότητα σε trans λιπαρά και πιθανώς αποτελεί καλύτερη επιλογή από το βούτυρο. Καταλήγουν, εντούτοις, με την εξής ισχυρή σύσταση: «Το ελαιόλαδο και το κραμβέλαιο θα πρέπει να παραμένουν η πρώτη σας επιλογή».


