Η συμμαχία Κανακάρη-Περρούκα-Χαραλάμπη στις συγκρούσεις Βουλευτικού-Εκτελεστικού κατά τα έτη 1823-1824 – Δημήτρης Μπαχάρας
Οι εμφύλιοι πόλεμοι
Η κατάληψη των Πατρών. Ο Αθανάσιος Κανακάρης καταλαμβάνει την Πάτρα.
Μεταξάς Π. Ανδρέας
Προσωπογραφία του Ιωάννη – Γαβριήλ Εϋνάρδου σε νεαρή ηλικία. Λιθογραφία.
Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.
Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875). Εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα του 1821 και κατόπιν βουλευτής Άργους.
Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.
Εμμανουήλ Ξάνθος – Μετάλλιο. Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.
[1] Για μια συγκεντρωμένη προσπάθεια καταγραφής των προσώπων και των ρόλων τους βλ. Γιάννης Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 307.
[2] Για τις συμμαχίες αυτών των προκρίτων προεπαναστατικά βλ. Δημήτρης Μπαχάρας, «Πελοποννήσιοι πρόκριτοι στην Επανάσταση του 1821. Από τον Βελή πασά στον Καποδίστρια», στο Παναγιώτης Κιμουρτζής – Σοφία Ηλιάδου-Τάχου (επιμ.), Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας και η συγκρότηση του Ελληνικού κράτους. Σύγχρονες ερμηνείες, Αθήνα, Ασίνη, 2022, σ. 151-161· και ο ίδιος, «Alliances, Factions and Political Practices of the Moreot Notables before and during the Greek Revolution: The Cases of the Families Kanakaris-Roufos, Peroukas, and Charalambis», στο Elias Kolovos – Dimitris Kousouris (επιμ.), Understanding the Greek Revolution (1821-1832), Λάιντεν, Brill, 2024, σ. 155-174.
[3] Βλ. το άρθρο Νικόλαος Σοϊλεντάκης, «Η καθαίρεση του Χαραλάμπους Περρούκα ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου», στο Χρήστος Π. Μπαλόγλου – Βασίλειος Ι. Ζάχος (επιμ.), Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα. Πρακτικά συνεδρίου αργειακών σπουδών (Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004), Άργος, Σύλλογος Αργείων ο Δαναός, 2009, σ. 345-351.
[4] Bacharas, «Alliances, Factions and Political Practices of the Moreot Notables».
[5] Βλ. δύο επιστολές του Δ. Περρούκα προς τον Υψηλάντη στις 2 και 12 Ιανουαρίου 1821, όπου, όπως έχει επισημάνει ο Δ. Τζάκης, φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Δ. Περρούκας ανήκε σαφώς στον ηγετικό πυρήνα των Φιλικών στην Κωνσταντινούπολη, στο Διονύσης Τζάκης, «Από την Οδησσό στη Βοστίτσα: η πολιτική ενσωμάτωση των τοπικών ηγετικών ομάδων στη Φιλική Εταιρεία», στο Όλγα Κατσιαρδή-Hering (επιμ.), Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου. Πρακτικά Ημερίδας, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2018, σ. 141
[6] Νικόλαος Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα συνταχθέντα διά να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ιστορίαν της Ελλάδος, τ. 1, Αθήνα 1851, σ. 17.
[7] Σε κυρωτικό γράμμα εκλογής αντιπροσώπων στην Πελοποννησιακή Γερουσία (χ.χ.) που απόκειται στο ιδιωτικό αρχείο της οικογένειας Ρούφου ορίζεται ότι πληρεξούσιοι ήταν οι Σωτήριος Χαραλάμπης, Αθανάσιος Κανακάρης, Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος, επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, Νικόλαος Πονηρόπουλος και Θεοχάρης Ρέντης, «μετά του ενδόξου κοινού αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη». Το κυρωτικό αυτό γράμμα είναι ένα από τα πολλαπλά αντίγραφα της γνωστής Πράξης των Καλτεζών (26 Μαΐου 1821), με τη χειρόγραφη ένδειξη στο αριστερό περιθώριο «αρ. βος». Περισσότερες πληροφορίες για τις διαφορετικές εκδοχές της «Πράξης», αλλά και το συγκεκριμένο έγγραφο βλ. στο Βαγγέλης Σαράφης, «Η Πράξις των Καλτεζών: η ιχνηλάτηση της αρχειακής και εκδοτικής της διαδρομής», στο Δημήτρης Δημητρόπουλος – Βασίλης Παναγιωτόπουλος – Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου (επιμ.), Πελοποννησιακή Γερουσία, ένας πολιτικός θεσμός της Ελληνικής Επανάστασης, Αθήνα, ΠΕΛΕΙΕ, 2023, σ. 161-193.
[8] Φθάνοντας στην Ελλάδα, ο Υψηλάντης δεν είχε δεχτεί πολύ φιλικά στο πλοίο του τους προκρίτους της συμμαχίας του Κανακάρη, ενώ είχε ανοίξει τις αγκάλες του στον Παπαφλέσσα και τους οπλαρχηγούς: «Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εισήλθον εις το πλοίον, όπου ο Υψηλάντης, να τον χαιρετήσωσι και τους εδέχθη καθήμενος εις την καθέκλαν επί του καταστρώματος με πολλήν ψυχρότητα, ώστε ο Αθ. Κανακάρης υπάγει προς αυτόν με θράσος, άπτεται της δεξιάς του και τον βιάζει ούτως είπειν να εγερθή τον λέγει το καλώς ήλθε και δίδουσι προς αλλήλους τον ασπασμόν· τουτ’ αυτό πράττουσι και οι λοιποί προεστώτες μετά τον Κανακάρην. Αλλ’ άμα φανέντων του Κολοκοτρώνη του αρχιμανδρίτου Δικαίου του Αναγνωσταρά και άλλων υπάγει εις την υπάντησίν των και τους δέχεται πολύ φιλοφρόνως. Τούτο ιδώντες οι προεστώτες ισκιάζονται έκτοτε και διανοούνται κακά εναντίον του εν ω ήσαν προ ολίγου διατεθειμένοι να τον υποστηρίξωσι […]», στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 206.
[9] Για τον ιδιαίτερο ρόλο των Ζαΐμη και Λόντου στο Βουλευτικό βλ. Νίκος Ροτζώκος, Επανάσταση κι εμφύλιος το εικοσιένα, Αθήνα, Ηρόδοτος, ²2016, passim.
[10] Ο Ζαΐμης έγραφε ότι ο Α. Κανακάρης είχε «προσωπικά πάθη προς τον Παλαιών Πατρών», βλ. στο Σπύρος Γ. Δημητρακόπουλος, «»Σημειώσεις διά χειρός Α. Ζαίμη» επί της πολιτικής μορφής του Αγώνος», στο Πρακτικά Β’ τοπικού συνεδρίου Αχαϊκών Σπουδών (Καλάβρυτα 24-27 Ιουνίου 1983), Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 1986, σ. 369.
[11] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 274.
[12] Στο ίδιο. Βλ. και Γεώργιος Δ. Δημακόπουλος, Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827, Αθήνα 1966, σ. 98-99. Ο Σαρίπολος θεωρούσε ότι την μεγαλύτερη του έτους θητεία σαμποτάρισαν στην πραγματικότητα όλοι οι πρόκριτοι, γιατί δεν ήθελαν κανείς να αποκτήσει περισσότερη δύναμη από τους άλλους, ενώ ο Χέρινγκ επισημαίνει ότι την πενταετή θητεία στήριξαν και οι Μεγάλες Δυνάμεις μετά το 1825 ως πιο λειτουργική, βλ. Νικόλαος Σαρίπολος, Συνταγματικόν Δίκαιον, τ. 1, Αθήνα 1911, σ. 4· Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, Θόδωρος Παρασκευόπουλος (μτφρ.), τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 135.
[13] Παλαιών Πατρών Γερμανός, Απομνημονεύματα, στη σειρά: Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21, Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Αθήνα, εκδ. Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 156.
[14] Στο ίδιο. Για το δάνειο αυτό βλ. και τις επιστολές του Παλαιών Πατρών Γερμανού προς τον Διονύσιο Ρώμα στις 3 και 7.12.1823 στο Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Ιστορικόν αρχείον Ρώμα, τ. 1, Αθήνα 1901, σ. 210-212.
[15] Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 1, στη σειρά: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1965, σ. 134.
[16] Για μια σύντομη αναφορά στην πνευματική και λόγια ζωή και το έργο του Μοσπινιώτη, ο οποίος ήταν μαθητής του Ευγένιου Βούλγαρη, βλ. στο Ηλίας Βασίλας, «Πρεβεζάνοι και Παργηνοί διδάσκαλοι και λόγιοι 18ου και 19ου αιώνα», Ηπειρώτικη Εστία τχ. 114 (1961), σ. 877-878. Για το ότι ο Α. Μοσπινιώτης ήταν θείος του Λουριώτη και είχε και εμπορική δραστηριότητα στο Λιβόρνο ως διευθυντής του εμπορικού οίκου Γιαλιά-Μοσπινιώτη-Δεσπότη, με τον οποίο συνδεόταν στενά ο Ιγνάτιος, βλ. στο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2 στη σειρά: Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1959, σ. 141 και 239.
[17] Ο Μιχαηλάρης σωστά αναφέρει ότι αυτός ο ρόλος των ελλήνων εμπόρων που βρίσκονταν στην Ιταλία δεν έχει ακόμη αναδειχθεί στο Παναγιώτης Μιχαηλάρης, «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγκώνα (1822-1824)», στο Δημήτρης Δημητρόπουλος – Χρήστος Λούκος – Παναγιώτης Μιχαηλάρης (επιμ.), Όψεις της Επανάστασης του 1821, Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 12 και 13 Ιουνίου 2015, Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2018, σ. 185.
[18] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 156. Ο Πρωτοψάλτης ωστόσο που έχει επιμεληθεί τα απομνημονεύματα αυτά, στο βιβλίο Ιγνάτιος Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας: 1766-1828, τ. 1, σ. 239 αναφέρει τον Γνέπερ ως «Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδο».
[19] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 156.
[20] Στο ίδιο, σ. 462-463. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός επιβεβαιώνει στα απομνημονεύματά του τις παραπάνω πληροφορίες, καταθέτοντας ότι πράγματι ο Μαυροκορδάτος και ο Νέγρης «άνευ κοινής ειδήσεως του Βουλευτικού» είχαν στείλει στη Ρωσία τον Ψωμά, στη Γαλλία και τη Γερμανία τον Σχινά, και στην Αγγλία, Ισπανία και Πορτογαλία τον Λουριώτη, στο ίδιο, σ. 157-158.
[21] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 462. Συγκεκριμένα στην Ερμιόνη βρέθηκαν οι Αθ. Κανακάρης, Ιωάννης Ορλάνδος, Θεόδωρος Νέγρης, Ιωάννης Κωλέττης (από το Εκτελεστικό), οι Αναγνώστης Μοναρχίδης, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Φώτος Καραπάνος, Ανδρέας Χατζηαργύρης, Νικόλαος Λαζάρου, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Λάμπρος Αλεξάνδρου, Χατζηκυριαζής Αναγνώστου, Θεοδωράκης Χρ. Βλάσσης (από το Βουλευτικό) και ο γραμματέας Ιωάννης Σκανδαλίδης.
[22] Στο ίδιο, σ. 462-463· Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 157-158.
[23] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 463.
[24] Ιδιωτικό αρχείο οικογένειας Ρούφου που απόκειται στην οικογένεια.
[25] Ο Δεληγιάννης ισχυρίζεται μάλιστα ότι «πολλοί εκ των ευρεθέντων εκεί ειδήμονες άνθρωποι διεβεβαίουν ότι εκ προθέσεως του έδωκεν αυτό το εμετικόν και τον εδηλητηρίασεν», στο Κανέλλος Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, στη σειρά: Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, αρ. 17, Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), τ. 2, Αθήνα, εκδ. Γ. Τσουκαλάς, 1957. σ. 116-Αξίζει να σημειώσει κανείς τη σπάνια συμφωνία μεταξύ Δεληγιάννη και Σπηλιάδη για το γεγονός, κάτι το οποίο επισημαίνει και ο Κωστής Παπαγιώργης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Αθήνα, Καστανιώτης, 2009, σ. 199.
[26] Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι παρ’ όλες τις συγκρούσεις τους, ο Μαυροκορδάτος θεωρούσε τον Κανακάρη ως τον καλύτερο από τους προκρίτους: «Εκ των πελοποννησίων ημπορώ να είπω ότι δεν εγνώρισα άλλον παρά τον Θάνον Κανακάρην· αν έχη και κανένα ελάττωμα έχει όμως την αρετήν του ν’ αγαπά την πατρίδα του», στο Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, τ. 4, τχ. 2, σ. 133.
[27] Σύμφωνα με τον Σπηλιάδη «χάριν του αδελφού του Χαραλάμπου ως και του Σ. Χαραλάμπη αναμιγνύεται εις τα συμβούλια του Νομοτελεστικού», στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 573.
[28] Ο Σπηλιάδης υποστηρίζει ότι στη συμμαχία Λόντου και Ζαΐμη εντάχθηκαν εκείνη την περίοδο και οι Δεληγιανναίοι, καθώς όλοι μαζί συνεργούσαν εναντίον του Κολοκοτρώνη και της εκστρατείας του στην Πάτρα, αλλά και εναντίον του Χαραλάμπη και του Μεταξά, οι οποίοι τον υποστήριζαν, βλ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 568. Ωστόσο, το γεγονός ότι στις 24 Νοεμβρίου από το Άργος το Βουλευτικό καθαιρεί τους Αναγνώστη και Δημήτριο Δεληγιάννη από βουλευτές, γιατί θεωρεί ότι επίτηδες σαμποτάριζαν τη Βουλή, δείχνει ότι μάλλον δεν υπήρχε ομόνοια μεταξύ τους. Για τη συμμαχία του Λόντου και του Ζαΐμη με τους Μαυροκορδάτο, Κωλέττη κ.λπ. βλ. Ροτζώκος, Επανάσταση κι εμφύλιος, σ. 69, 71-72 και 74-75.
[29] Ο Γιάννης Γιαννόπουλος έγραφε για αυτήν την περίοδο ότι «το Βουλευτικό καθοδηγούνταν από τον Μαυροκορδάτο και στηριζόταν στη δύναμη των προκρίτων της Ύδρας Κουντουριωτών, του προκρίτου των Καλαβρύτων και μέλους του Εκτελεστικού Ανδρέα Ζαΐμη, του προκρίτου της Βοστίτσας Ανδρέα Λόντου και άλλων […] Ο Ανδρέας Ζαΐμης […] συνιστούσε στους ομόφρονες παραστάτες της Πελοποννήσου να χαράξουν κοινή γραμμή με τους νησιώτες», ενώ θεωρούσε ότι την πλήρη κυριαρχία του Ζαΐμη στη βορειοδυτική Πελοπόννησο εμπόδιζε ο Σ. Χαραλάμπης με τον Γ. Σισίνη, στο Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 307.
[30] Το καλοκαίρι του 1823 είχαν συσταθεί δύο επιτροπές, η μία για το Λονδίνο και η άλλη για την Ιταλία. Η πρώτη και πιο γνωστή αποτελούνταν από τους Ι. Ορλάνδο, Α. Λουριώτη και Ι. Ζαΐμη, ενώ η δεύτερη από τους αποτυχόντες στην αποστολή του Βατικανού Παλαιών Πατρών Γερμανό και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, καθώς και τον Διονύσιο Ρώμα, που βρισκόταν στην Ιταλία, οι οποίοι προσκάλεσαν και τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που αρνήθηκε, βλ. Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, τ. 4, τχ. 1, σ. 242-243. Για τα μέλη της επιτροπής βλ. και Διονύσιος Ρώμας (Βενετία) προς τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, 2/14.6.1823 στο Καμπούρογλου, Αρχείον Ρώμα, τ. 1, σ. 160.
[31] Αναστάσιος Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας, Αθήνα, Φιλοσοφική Σχολή ΕΚΠΑ «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» 10, 1970, σ. 104.
[32] Με τον θάνατο του Κανακάρη εξέλιπε ο λόγος για τον οποίο ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν είχε ενταχθεί στη συμμαχία έως τότε (βλ. προηγούμενη υποσημείωση). Έτσι, φαίνεται ότι από την Εθνοσυνέλευση του Άστρους και μετά ο Γερμανός όχι μόνον εντάσσεται στη συμμαχία, αλλά αναλαμβάνει και κρίσιμο διαπραγματευτικό λόγο.
[33] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 106.
[34] Επιστολή λόρδου Βύρωνα προς τον Μαυροκορδάτο, 29.9.1923 στο Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 311.
[35] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 104-105.
[36] Ο Λιγνάδης εδώ υπογραμμίζει την πολιτική ευφυΐα του Μαυροκορδάτου στο ζήτημα. Στο ίδιο, σ. 108.
[37] Στο ίδιο, σ. 107-108.
[38] Στο ίδιο, σ. 105.
[39] Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 310.
[40] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 568.
[41] Η επιτροπή αποτελούταν από τους Ασημάκη Φωτήλα, Αναστάσιο Λόντο, Εμμανουήλ Αντωνιάδη, Μαργαρίτη Δημάδη, Γεώργιο Παπαηλιόπουλο, Ιωάννη Πάγκαλο, Ν. Μιλιάνη, Ιωάννη Κοντουμά και Γ. Ν. Λουμάκη (22.11.1823), στο Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας στο εξής ΑΕΠ), τ. 2, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής, 1972 [α’ έκδ. 1862], σ. 648. Τα ονόματα παρατίθενται εδώ για λόγους ευνόητους: αν κανείς θέλει να εξετάσει στο μέλλον ενδελεχέστερα τις διαφορετικές πολιτικές συμμαχίες της εποχής θα πρέπει να ανιχνεύσει τις συνδέσεις μεταξύ των παραπάνω ονομάτων σε πολλαπλά επίπεδα και μεταξύ τους αλλά και με τους επικεφαλής του βουλευτικού που τους διόρισαν.
[42] ΑΕΠ, τ. 2, σ. 653-654. Για το νομικό σκέλος αυτής της καθαίρεσης βλ. το άρθρο Σοϊλεντάκης, «Η καθαίρεση του Χαραλάμπους Περρούκα».
[43] Και για αυτήν την περίπτωση συστάθηκε εννεαμελής επιτροπή -την ίδια ημέρα με την προηγούμενη, στις 22.11.1823- η οποία αποτελούνταν από τους Γεώργιο Μαυρομμάτη, Αναγνώστη Αθανασίου, Γκίκα Καρακατσάνη, Ιωάννη Κοντουμά, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπου λο, Νικ. Μιλιάνη, Αναγνώστη Κοκοράκη, Εμμανουήλ Αντωνιάδη και Γεώργιο Καναβό, βλ. ΑΕΠ, τ. 2, σ. 647.
[44] Ο Α. Μεταξάς είχε πάει στην Καρύταινα, προκειμένου να αποτρέψει έναν ενδεχόμενο εμφύλιο. Συγκεκριμένα, οι Δεληγιανναίοι με τους Πλαπουταίους βρίσκονταν σε έντονη διαμάχη στη Δημητσάνα για το ποιος τελικά θα κρατούσε τις προσόδους – ένα έσοδο σημαντικό προεπαναστατικά για τους προκρίτους, το οποίο προφανώς εποφθαλμιούσαν οπλαρχηγοί, όπως ο Πλαπούτας μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Όταν λοιπόν τα πράγματα εκτραχύνθηκαν, ένας οπαδός του Πλαπούτα πυροβόλησε τον Ανέστο Δεληγιάννη και οι Δεληγιανναίοι ως απάντηση τον έπιασαν, τον σκότωσαν, έκοψαν τα μαλλιά της συζύγου του και πολιόρκησαν το χωριό του Πλαπούτα. Ο τελευταίος, μαθαίνοντας τα τεκταινόμενα, ήρθε με τον στρατό του και ξεκίνησε μάχη με τους Δεληγιανναίους. Χρειάστηκε να επέμβει ο Κολοκοτρώνης και να μεταβεί εκεί και ο Μεταξάς με τον Περρούκα, για να μπορέσουν να ηρεμήσουν τα πνεύματα, βλ. Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 3, Αθήνα 1888, σ. 58-59.
[45] Βλ. πρόταση του Βουλευτικού αρ. 510 στις 25.11.1823, ΑΕΠ, τ. 2, σ. 656.
[46] Το Βουλευτικό αποτελείτο από 70 μέλη. Τα απαιτούμενα 2/3 ήταν 47 βουλευτές. Στις εργασίες, όμως, στο Άργος φαίνεται ότι παρίσταντο περίπου 40, εκ των οποίων οι 10 ακολουθούσαν το Εκτελεστικό, βλ. Γιαννόπουλος «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 307. Ο Σπηλιάδης έγραφε ότι οι βουλευτές εναντίον του Εκτελεστικού που βρίσκονταν στο Άργος ήταν μόλις 23, στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 576.
[47] ΑΕΠ, τ. 10, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής, 1977, σ. 227.
[48] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 569.
[49] Στο ίδιο, σ. 572.
[50] Τρικούπης, Ιστορία, τ. 3, σ. 59.
[51] ΑΕΠ, τ. 2, σ. 660.
[52] Τρικούπης, Ιστορία, τ. 3, σ. 59.
[53] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 572-573.
[54] Τρικούπης, Ιστορία, τ. 3, σ. 6.
[55] ΑΕΠ, τ. 12, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής, 1979, σ. 125.
[56] Για τον ιδιαίτερο ρόλο των Ζαΐμη και Λόντου στο Βουλευτικό βλ. Ροτζώκος, Επανάσταση κι εμφύλιος, passim.
[57] Βλ. επεισόδιο του 1819 με τη δίωξη των Ζαΐμηδων στο Δημήτρης Μπαχάρας, Πώς και γιατί φτάσαμε στο 21. Ιστορίες προκρίτων πριν την Επανάσταση, Αθήνα, Εστία, 2025 (υπό έκδοση). Αυτός είναι πιθανότατα άλλωστε ο λόγος που ο Νοταράς δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους βουλευτές του Άργους στο Κρανίδι, παρ’ όλες τις συνεχόμενες εκκλήσεις του Βουλευτικού. Βλ. επιστολές του Βουλευτικού προς τον Νοταρά και τον Καλαρά, στις 5 και 12 Δεκεμβρίου 1823 από το Κρανίδι, στο ΑΕΠ, τ. 2, σ. 667 και 677.
[58] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 573.
[59] Στο ίδιο, σ. 565: «ο Ζαίμης εχθρός του Σ. Χαραλάμπους […] γίνεται ήδη πολύ πλέον εχθρότερος ως όντος ηνωμένου με τον Κολοκοτρώνην».
[60] Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ρόλος του Σ. Χαραλάμπη είναι παραγνωρισμένος ιστοριογραφικά τόσο προεπαναστατικά όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναφέρουμε μόνο ότι στα Καλάβρυτα ήταν κυρίαρχος και ισχυρότερος του Ζαΐμη πριν το 1821 και ότι δεν ήταν συμπτωματική η τοποθέτησή του ως αντιπρόεδρου του Βουλευτικού της Επιδαύρου και ως μέλους του Εκτελεστικού του Άστρους. Η δε οικονομική του δύναμη πρέπει να παρέμενε μεγάλη, καθώς είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί και τον Σπηλιάδη ως γραμματέα του σώματος εκείνη την εποχή – ο ίδιος ο Σπηλιάδης καταθέτει ότι ήταν ο Σ. Χαραλάμπης αυτός που του παρείχε τα απαραίτητα για ζει, στο Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 571-572. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον Σ. Χαραλάμπη προεπαναστατικά βλ. Μπαχάρας, Πώς και γιατί φτάσαμε στο 1821.
[61] ΑΕΠ, τ. 2, σ. 668-669 και 677-678.
[62] Στις 4 Δεκεμβρίου το σώμα έγραφε στον Ζαΐμη και τον Μαυροκορδάτο να ενεργήσουν για να εξασφαλίσουν ότι το ποσό θα πήγαινε στους νησιώτες. Βλ. ΑΕΠ, τ. 2, σ. 664-665.
[63] Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει, εκτός από τον Σπηλιάδη, και ο Γιαννόπουλος, «Η επανάσταση κατά το 1823», σ. 312.
[64] Βλ. απόφαση εννεαμελούς επιτροπής της 19.12.1823, στο Εθνική Βιβλιοθήκη, Τμήμα χειρογράφων, γενικό αρχείο, Α10341. Στις προηγούμενες κατηγορίες εντάσσονταν αυτή τη φορά και άλλες και στο σύνολο ήταν οι εξής: α) ότι καταχράστηκαν δημόσια εισοδήματα, β) ότι αποχώρησαν ξαφνικά από την έδρα του Εκτελεστικού χωρίς να ειδοποιήσουν το Βουλευτικό, γ) ότι προβίβασαν παρανόμως πολλούς στρατιωτικούς ενώ αυτό ήταν ευθύνη του Βουλευτικού (το Εκτελεστικό υποτίθεται ότι μόνο να προτείνει μπορούσε), δ) ότι πούλησαν τα κανόνια του Ναυπλίου, ε) ότι αποφάσισαν ενώσεις επαρχιών χωρίς να ρωτήσουν το Βουλευτικό, στ) ότι προέβησαν σε διορισμούς επάρχων αυτοβούλως, χωρίς να ρωτήσουν το Βουλευτικό, ζ) αντίθετα με τον οργανικό νόμο που είχε ψηφιστεί προκήρυξαν πώλησιν Εθνικών Κτημάτων, ενώ την αρμοδιότητα αυτή είχε μόνο το Βουλευτικό, η) αντίθετα με τον οργανικό νόμο πούλησαν Τούρκους αιχμαλώτους («τους οποίους αιχμαλώτισε το έθνος όλον»), θ) ότι αποκατέστησαν παρανόμως το μονοπώλιο άλατος, ι) ότι δεν λειτουργούσαν με τρία μέλη όπως προέβλεπε ο νόμος, γιατί είχαν στείλει τον Α. Μεταξά στην Καρύταινα, ια) ότι παρόλο που το Βουλευτικό είχε καταγγείλει την παρανομία του Μεταξά και τον είχε καταδικάσει, τα μέλη του Εκτελεστικού συνέχισαν να αγνοούν τις αποφάσεις του Βουλευτικού, ιβ) ότι το Βουλευτικό διόρισε στη θέση του Μεταξά τον Κωλέττη, αλλά ποτέ δεν εισακούσθη, ιγ) ότι το Εκτελεστικό επιτέθηκε με άρματα στο Βουλευτικό τον Νοέμβριο του 1823. Είναι ανώφελο να εξετάσουμε μία-μία τις κατηγορίες. Ο Σπηλιάδης το έκανε, υπερασπιζόμενος τα δίκια του Εκτελεστικού και το άδικο των κατηγοριών (Απομνημονεύματα, σ. 579-583), αλλά, όπως προειπώθηκε παραπάνω, η εμμονή στις παρατυπίες-παρανομίες ή άλλες παραβάσεις σε επαναστατικές συνθήκες είναι αδιέξοδη και παροδηγεί τους ερευνητές σε άλλα μονοπάτια ερμηνειών.
[65] Ολόκληρη η επιστολή στο Μιχαήλ Σχινάς (επιμ.), Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος. Διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί, γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, τ. 4, Αθήνα 1843, σ. 433-434.
[66] Παναγιώτης Φ. Χριστόπουλος, Η ζωή και το έργον του Νικόλαου Σπηλιάδη, Αθήνα 1971, σ. 35-36.
[67] Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, σ. 586.
[68] Ο Σπηλιάδης γράφει με μένος εναντίον του Μαυροκορδάτου και της «αγγλικής φατρίας» που ήθελαν να εξασφαλίσουν το δάνειο για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον της δικής του συμμαχίας και όχι για την «πατρίδα» και την Επανάσταση. Έτσι αιτιολογεί ουσιαστικά και τις ενέργειες του Δ. Περρούκα, που ήταν απότοκο αποφάσεων της συμμαχίας του, βλ. στο ίδιο, σ. 585-586 και 591.
[69] Στο ίδιο, σ. 585.
[70] Στο ίδιο, σ. 586.
[71] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 109-110· Χαράλαμπος Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση: στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις, διδ. διατριβή, ΕΚΠΑ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 2015, σ. 151-153. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έγραφε στις 30.11.1823 στον Διονύσιο Ρώμα «Πανευγ. Κόμη, προσπαθήσατε όλαις δυνάμεσι να κατορθωθή τούτο το δάνειον με τον τρόπον οπού μοι προεγράψατε και όσον δυνατόν ταχύτερον να τελειώση, πριν φθάσωσιν οι άλλοι εις την Λόνδραν», στο Μιχαηλάρης, «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγκώνα (1822-1824)», σ. 183.
[72] Επιστολή Α. Ζαΐμη και Α. Λόντου προς Α. Μαυροκορδάτο, 28.1.1824, στο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, στη σειρά: Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1971, σ. 106.
[73] Ο Περρούκας θα φτάσει στην Ζάκυνθο γύρω στις 24.2.1824, παρακολουθούμενος στενά από τον Μαυροκορδάτο. Άνθρωπός του θα του γράφει «δηλοποιών τη Εκλαμπρότητι της διά τον ερχομόν του κυρίου Δημητρίου Περρούκα […] ο ερχομός του ρηθέντος δεν είναι απλώς και ως έτυχεν. Μετά το πράτιγόν του θέλει παρατηρήσω τα κινήματά του και ό,τι γνωρίσω θέλει τη δώσω την είδησιν», Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 243· Πρωτοψάλτης, Ιστορικόν αρχείον Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, σ. 197-198. Στις 11 Μαρτίου, ο Μαυροκορδάτος ειδοποιούσε τη Διοίκηση ότι ο Περρούκας είχε γράψει στον Λόρδο Βύρωνα «παρακινών αυτόν να μεταβή εις την Πελοπόννησον διά να προσπαθήση την ένωσιν των διεστώτων ως του μόνου πράγματος αναλόγου με τον χαρακτήρα του», βλ. στο ίδιο, σ. 249
[74] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 244-245.
[75] Στο ίδιο, σ. 257-258.
[76] Πρωτοψάλτης, Ιστορικόν αρχείον Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, σ. 291.
[77] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 257-258.
[78] Πρωτοψάλτης, Ιστορικόν αρχείον Μαυροκορδάτου, τ. 5, τχ. 4, σ. 312.
[79] Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 244.
[80] Στο ίδιο, 245-246.
[81] Στο ίδιο, σ. 246.
[82] Αντώνιος Λιγνός (επιμ.), Αρχείο της κοινότητος Ύδρας, τ. 10, Πειραιάς 1928, σ. 263.
[83] Γεώργιος Κουντουριώτης προς Ιγνάτιο, 11.5.1825, στο Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, σ. 219.
[84] Ιγνάτιος προς την εν Λονδίνω επιτροπή, 1/13.11.1824, στο Λιγνάδης, Το πρώτον δάνειον, σ. 246.
[85] Η απάντηση του Καποδίστρια ήρθε στις 12.12.1825. Σχινάς, Επιστολαί Ι. Α. Καποδίστρια, τ. 4, σ. 427-433.
[86] Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περρούκα), Πάτρα 2010, σ. 45.
[87] Αντώνιος Λιγνός (επιμ.), Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου, 1821-1832, τ. 4, Αθήνα 1926, σ. 201. Ο Π. Μιχαηλάρης κάνει νύξη για τη σύνδεση του Παλαιών Πατρών Γερμανού με τον Ξάνθο, άλλα και με τον Τσακάλωφ, μέσω της αλληλογραφίας τους, θεωρώντας ότι εκείνη την περίοδο διεκδικούσαν συμμετοχή στο υπό σχηματισμό νέο κράτος στο Μιχαηλάρης, «Ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός στην Αγκώνα (1822-1824)», σ. 185. Για τη σύνδεση του Τσακάλωφ με αυτήν τη συμμαχία βλ. και Παλαιών Πατρών Γερμανός (Ανκόνα) προς Διονύσιο Ρώμα (Βενετία), 28.4.1824, στο Καμπούρογλου, Αρχείον Ρώμα, τ. 1, σ. 252.
* Δημήτρης Μπαχάρας
Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού (Περιοδικό Μνήμων), Δ. Δημητρόπουλος – Χρ. Λούκος – Β. Σαράφης (επιμ.), «Η Ελληνική Επανάσταση: νέες προσεγγίσεις». Πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 15-16 Ιουνίου 2022, Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2025.
* Ο Δημήτρης Μπαχάρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε ιστορία στο Λονδίνο (MA, King’s College) και το Παρίσι (διδακτορικό, EHESS). Tα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στον Εθνικό Διχασμό την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε θέματα δημοκρατίας, φασισμού και αντικομμουνισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και στην ιστορία των προκρίτων της Πελοποννήσου τον 18ο-19ο αιώνα. Έχει επίσης ασχοληθεί με την ιστορία της Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και με την ιστορία της ΓΣΕΒΕΕ.
Έχει εργαστεί στο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ ως υπεύθυνος του τμήματος Ιστορικών Αρχείων και ως διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια στο εξωτερικό και την Ελλάδα. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στη Γαλλία και την Ελλάδα.
Διαβάστε ακόμη:


