
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24: Η Νύχτα της Εξόδου
Η παγίδα του ιππικού και ο κατακερματισμός της μάχης
Το Χρονικό της Κυψέλης και η ιστορική τεκμηρίωση της ΕξόδουΓια εκείνους που κατάφεραν να περάσουν τις εχθρικές γραμμές, η μάχη συνεχιζόταν μέσα στο σκοτάδι.
Για εκείνους που έμειναν πίσω, όμως, είχε αρχίσει κάτι ακόμη πιο τρομακτικό.
Η πόλη είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της.
Οι δρόμοι της είχαν αδειάσει από ένα μεγάλο μέρος εκείνων που μπορούσαν ακόμη να κινηθούν.
Και τώρα, μέσα στα τείχη, έμεναν οι τραυματίες, οι ανήμποροι, όσοι είχαν χωριστεί από τις φάλαγγες, όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν και εκείνοι που γνώριζαν ότι η έξοδος είχε αποτύχει.
Μερικοί από αυτούς δεν περίμεναν σωτηρία.
Περίμεναν μόνο την τελευταία στιγμή.
Και ανάμεσά τους βρίσκονταν δύο μορφές που η μνήμη του Μεσολογγίου δεν θα άφηνε ποτέ να χαθούν.
Ο Χρήστος Καψάλης.
Ο Ιωσήφ Ρωγών.Αλλά το Μεσολόγγι δεν ξυπνούσε.
Ξεψυχούσε.
Οι δρόμοι είχαν γεμίσει συντρίμμια.
Σε άλλα σημεία υπήρχαν νεκροί.
Σε άλλα τραυματίες που δεν μπορούσαν πλέον να ακολουθήσουν κανέναν.
Κάποια σπίτια έκαιγαν.
Κάποια είχαν ήδη καταρρεύσει.
Και οι οθωμανικές και αιγυπτιακές δυνάμεις άρχιζαν να εισέρχονται στην πόλη.
Οι πηγές διαφωνούν στους ακριβείς αριθμούς των νεκρών και των αιχμαλώτων. Αυτό είναι αναμενόμενο σε μια μάχη τέτοιας κλίμακας, όπου οι άνθρωποι σκοτώνονταν μέσα στους δρόμους, στα σπίτια, στα περάσματα και έξω από τα τείχη.
Η ουσία όμως είναι κοινή στις διαφορετικές αφηγήσεις:
η οργανωμένη άμυνα είχε πλέον καταρρεύσει.
Και τότε άρχισε η τελευταία πράξηΤραυματίες.
Ηλικιωμένοι.
Γυναίκες.
Παιδιά.
Άνθρωποι που η ηλικία ή οι πληγές τους είχαν αφαιρέσει κάθε πιθανότητα να ακολουθήσουν τους εξοδίτες.
Και μαζί τους υπήρχε κάτι που έκανε το σπίτι ακόμη πιο επικίνδυνο:Όμως εδώ πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διάκριση.
Δεν πρέπει να παρουσιάσουμε κάθε λεπτομέρεια της μεταγενέστερης αφήγησης σαν να έχει καταγραφεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή από αυτόπτη μάρτυρα.Και ίσως αυτό κάνει την εικόνα ακόμη πιο δυνατή.
Γιατί, πέρα από τον θρύλο, μένει η πραγματικότητα:
ένας ηλικιωμένος πλέον υπερασπιστής προτίμησε να καταστρέψει τον χώρο όπου είχαν καταφύγει οι άνθρωποι και τα πυρομαχικά, αντί να τα αφήσει στα χέρια του εχθρού.Όχι απόλυτη σιωπή.
Ποτέ δεν υπάρχει απόλυτη σιωπή σε μια πόλη που καίγεται.
Υπήρχαν πυροβολισμοί.
Κραυγές.
Βήματα.
Ξύλα που έσπαγαν.
Φωνές ανθρώπων που αναζητούσαν δικούς τους.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, εκείνη η παράξενη στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει πλέον δρόμος διαφυγής.
Ο Καψάλης είχε μπροστά του μια επιλογή που δεν έμοιαζε με επιλογή.
Να περιμένει την είσοδο των εχθρών.
Ή να τελειώσει ο ίδιος την αντίσταση.
Η φωτιά άγγιξε το μπαρούτι.
Και τότε το σπίτι έπαψε να είναι σπίτι.
Έγινε έκρηξη.
Η λάμψη πρέπει να ήταν ορατή μέσα στο χάος της πόλης.
Ένα σύντομο, εκτυφλωτικό φως.
Ύστερα ο κρότος.
Τοίχοι που διαλύονταν.
Ξύλα και πέτρες που εκτοξεύονταν.
Καπνός.
Και μετά πάλι ο θόρυβος της μάχης.
Μόνο που ο Καψάλης δεν ήταν πλέον εκεί.
Ο άνθρωπος είχε γίνει μνήμη.Ο Ιωσήφ ΡωγώνΉταν ο επίσκοπος Είχε βρεθεί κοντά στους ανθρώπους στις πιο δύσκολες ημέρες.Και ο ίδιος βρισκόταν ξανά μέσα σε μια πόλη που είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης.Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια που πρέπει να κρύψουμε.Ο στόχος μας είναι να δείξουμε πού τελειώνει η βεβαιότητα και πού αρχίζει η ιστορική μνήμηΉταν καταφύγιο και ταυτόχρονα παγίδα.
Όσο οι εχθρικές δυνάμεις πλησίαζαν, τόσο λιγόστευαν οι επιλογές.
Ο Ρωγών δεν είχε πλέον να προστατεύσει μια θέση.
Προστάτευε ανθρώπους.
Και η παράδοση λέει ότι όταν η τελευταία άμυνα έγινε αδύνατη, προτίμησε τον ίδιο δρόμο με τον Καψάλη.Η έκρηξη.
Ο Ιωσήφ δεν πέθανε αμέσως αλλά τραυματίστηκε βαριά, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον απαγχόνισαν δύο ημέρες αργότερα.
Ο θάνατος αντί της αιχμαλωσίας μετατράπηκε σε μαρτύριο.Η ελληνική παράδοση όμως έχει διασώσει κάτι που υπερβαίνει την ακριβή ημερομηνία:Και γι’ αυτό η μορφή του πέρασε από την ιστορία στη συλλογική μνήμη.
Την ίδια ώρα στον ΖυγόΚαι εδώ αρχίζει μια από τις πιο συγκλονιστικές πλευρές της ιστορίας.
Γιατί η Έξοδος του ΜεσολογγίουΟύτε στην πεδιάδα.
Ούτε στο πρώτο εχθρικό μέτωπο.Δεν υπήρχε ασφαλής δρόμος.
Υπήρχαν ομάδες ανθρώπων που είχαν διαλυθεί.
Υπήρχαν τραυματίες.
Υπήρχαν άνδρες που δεν γνώριζαν αν οι σύντροφοί τους είχαν επιζήσει.
Και υπήρχαν γυναίκες και παιδιά που είχαν απομείνει πίσω ή είχαν χαθεί μέσα στη σύγκρουση.
Η νύχτα είχε γίνει τόσο πυκνή ώστε ο άνθρωπος δίπλα σου μπορούσε να χαθεί μέσα σε λίγα βήματα.Δεν έβλεπαν ολόκληρη τη μάχη.
Την άκουγαν.
Αυτό είναι που κάνει την παράδοση τόσο ιδιαίτερη.
Μέσα στη νύχτα έφταναν από το βουνό ήχοι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πλήρως.
Φωνές.
Ουρλιαχτά.
Βογγητά.
Κραυγές ανθρώπων.
Βλασφημίες.
Κλάματα.
Ο αχός των πυροβολισμών.
Και πάνω απ’ όλα ο μεταλλικός θόρυβος των όπλων που συγκρούονταν σε μάχη σώμα με σώμαΌπλα που χτυπούσαν πάνω σε άλλα όπλα.
Άνθρωποι που πάλευαν από απόσταση αναπνοής.
Και άλογα που κινούνταν μέσα στο σκοτάδι.
Η νύχτα του Ζυγού, σύμφωνα με την τοπική παράδοσηΉταν θορυβώδης.
Ολόκληρο το βουνό έμοιαζε να βογκά.
Το αίμα στο βουνόΑλλά μπορούσαν να αντιληφθούν ότι κάτι τεράστιο συνέβαινε.
Και ύστερα, καθώς περνούσαν οι ώρες, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι επιζώντες.
Όχι οργανωμένος στρατός.
Όχι λαμπρή φάλαγγα.
Άνθρωποι εξαντλημένοι.Κάποιοι χωρίς όπλα.
Κάποιοι που κρατούσαν ακόμη τους συντρόφους τους.
Κάποιοι που δεν μπορούσαν πλέον να μιλήσουν.
Το πρωί άρχισε να αποκαλύπτει τι είχε συμβεί μέσα στη νύχτα.
Και οι κάτοικοι των χωριών άρχισαν να μαθαίνουν την αλήθεια όχι από επίσημη ανακοίνωση.
Αλλά από τα πρόσωπα των ανθρώπων που έφταναν.Ένα γεγονός παύει να είναι μόνο γεγονός.
Γίνεται μνήμη.
Και η μνήμη χρειάζεται έναν τρόπο να επαναλαμβάνεται.
Να μεταφέρεται στα παιδιά.
Να περνά από τον πατέρα στον γιο.
Από τη μάνα στο παιδί.
Από το χωριό στην επόμενη γενιά.
Στη ΜαταράγκαΟ ήχος της μάχης γίνεται ήχος τελετουργίας.
Ο φόβος γίνεται μνήμη.
Η νύχτα γίνεται γιορτή.
Και ο θάνατος γίνεται αναπαράσταση της ζωής.Οι άνθρωποι φορούν παραδοσιακές φορεσιές.
Κρατούν τα ειδικά κατασκευασμένα ξύλινα σχήματα.
Και πάνω τους κρέμονται κύπρια και κουδούνια.
Στο σημερινό δρώμενο ο ήχος δεν είναι διακοσμητικός.
Είναι ο πρωταγωνιστής.
Τα λαζάρια Το μέταλλο πάλλεται.
Ο ένας ήχος συναντά τον άλλον.
Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο δρόμος γεμίζει έναν πυκνό, μεταλλικό κρότο. Σύγχρονες καταγραφές του εθίμου περιγράφουν ακριβώς αυτή την πρακτική: οι Λαζαράδες χτυπούν δυνατά τα κύπρια και τις κουδούνες στο στήθος τους, ενώ η πομπή συνοδεύεται και από άλογα και καβαλάρηδες.
Η κατασκευή του «Λαζάρου» έχει επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Χρησιμοποιείται καλάμι και σχηματίζεται σταυρός.
Τοποθετούνται τα κύπρια τα βάγια και τα κουδούνια.
Στο επάνω μέρος υπάρχουν βάγια, λουλούδια και άλλα στοιχεία της ανοιξιάτικης περιόδου.
Και τότε συμβαίνει κάτι που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί χωρίς να ακουστεί.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Το κύπρι χτυπά στο στήθος.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Ένα δεύτερο.
Και ύστερα δεκάδες μαζί.
Ο ήχος πυκνώνει.
Ο ρυθμός μεγαλώνει.
Τα σώματα κινούνται.
Οι φορεσιές κινούνται μαζί τους.
Τα κουδούνια δονούνται.Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο σημείο.
Γιατί δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ότι η παράδοση είναι είτε απόλυτα αληθινή είτε απολύτως μυθική.
Μπορούμε να τη δούμε όπως τη βλέπουν οι άνθρωποι ενός τόπου:
ως μνήμη.
Μια μνήμη που επέζησε επειδή μπορούσε να ακουστεί.Τον Απρίλιο του 1826.
Τους ανθρώπους που βρίσκονταν στον ΖυγόΤους στρατιώτες που τους κυνηγούσαν.
Τη σύγκρουση σώμα με σώμα.
Τον μεταλλικό ήχο των όπλων.
Τις κραυγές.
Τα άλογα.
Τις φωνές των τραυματισμένων.
Και ύστερα σκεφτείτε τη ΜαταράγκαΈναν άνθρωπο να σηκώνει το ξύλινο κοντάρι.
Να το κατεβάζει με δύναμη.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Και το κύπρι να απαντά.
ΓΚΛΑΝΓΚ.
Και πίσω του άλλα δέκα.
Και άλλα είκοσι.
Και ξαφνικά ένας ολόκληρος δρόμος να γεμίζει μεταλλικό θόρυβο.
Δεν είναι ο ίδιος ήχος.
Δεν θα μπορούσε να είναι.
Αλλά είναι ένας ήχος που δημιουργεί μια γέφυρα.
Ανάμεσα στο παρόν και σε εκείνη τη νύχτα.Έφεραν ειδήσεις.
Το Μεσολόγγι είχε πέσει.
Ο Καψάλης ήταν νεκρός.
Ο Ρωγών είχε χαθεί.
Πολλοί σύντροφοι δεν είχαν φτάσει.
Πολλοί είχαν αιχμαλωτιστεί.
Άλλοι βρίσκονταν ακόμη πάνω στο βουνό.
Και πίσω από όλα αυτά υπήρχε μια πόλη που είχε χαθεί.
Οι κάτοικοι των χωριών έβλεπαν τους ανθρώπους να φτάνουν.
Και μέσα από αυτούς μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θόρυβος που είχαν ακούσει τη νύχτα δεν ήταν μακρινός πόλεμος.
Ήταν άνθρωποι που πέθαιναν.Ο ένας έμεινε μέσα στην πόλη.
Ο άλλος συνδέθηκε με την τελευταία αντίσταση που ακολούθησε την κατάρρευση της άμυνας.
Ο Καψάλης έμεινε στη μνήμη ως ο άνθρωπος της πυρίτιδας.
Ο Ρωγών ως ο επίσκοπος που έφτασε μέχρι την ύστατη πράξη.
Και γύρω από αυτούς δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος κύκλος αφηγήσεων.
Άλλες μπορούν να τεκμηριωθούν.
Άλλες ανήκουν στη λαϊκή παράδοσηΑλλά όλες έχουν ένα κοινό:
κανείς δεν θυμάται το Μεσολόγγι
Η τελευταία εικόναΟι επιζώντες συνέχιζαν προς τα χωριά και τα βουνά.
Μερικοί μπορούσαν ακόμη να κρατήσουν όπλο.
Άλλοι όχι.
Μερικοί είχαν αίμα στα ρούχα.
Άλλοι είχαν χάσει τα παπούτσια τους.
Άλλοι είχαν χάσει ανθρώπους.
Και κάποιοι δεν γνώριζαν ακόμη ότι ήταν από τους ελάχιστους που σώθηκαν.
Πίσω τους, το Μεσολόγγι κάπνιζε.
Μπροστά τους, η ΜακρυνείαΤο βουνό που είχε ακούσει τη νύχτα τις κραυγές της Εξόδου.
Ίσως γι’ αυτό η μνήμη του τόπου δεν μπορούσε να κρατήσει μόνο εικόνες.
Χρειαζόταν ήχο.
Και τον βρήκε στα κύπρια.
Στα κουδούνια.
Στον ρυθμό των ΛαζαράδωνΘυμάται.
Θυμάται μια νύχτα κατά την οποία ολόκληρος ο Ζυγός πρέπει να έμοιαζε να βογκά.
Θυμάται ανθρώπους που πέρασαν ζωντανοί.
Και ανθρώπους που δεν πέρασαν ποτέ.
Θυμάται τον Καψάλη.
Θυμάται τον Ρωγών.
Θυμάται το ΜεσολόγγιΤον αχό μιας νύχτας του Απριλίου του 1826.Μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ στην κυψέλη.
Όμως η κυψέλη συνεχίζει να ζει μέσα στις άλλες.
Η μνήμη της δεν βρίσκεται στο ένα σώμα.
Βρίσκεται στο σύνολο.
Έτσι και το Μεσολόγγι.
Ο Καψάλης πέθανε.
Ο Ρωγών πέθανε.
Χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν.
Η πόλη έπεσε.
Αλλά η ιστορία τους δεν έμεινε θαμμένη κάτω από τα ερείπια.
Πέρασε στα βουνά.
Πέρασε στα χωριά.
Πέρασε στα τραγούδια.
Πέρασε στις διηγήσεις.
Και κάποια στιγμή έγινε ήχος.
Κύπρια που χτυπούν στο στήθος.
Κάθε χτύπημα και μια μνήμη.
Κάθε κουδούνισμα και ένας άνθρωπος.
Κάθε ρυθμός και μια νύχτα που κανείς δεν θέλησε να ξεχάσει.
Και έτσι, δύο αιώνες αργότερα, όταν οι Λαζαράδες της ΜαταράγκαςΑκούγεται.
Και για λίγες στιγμές, ο Ζυγός ξαναγίνεται νύχτα.
Ιστορική σημείωση
Στο κεφάλαιο αυτό κρατήσαμε σκόπιμα τη διάκριση ανάμεσα στην ιστορική τεκμηρίωση και την τοπική παράδοση. Για τον Καψάλη, ελληνικές πηγές και ιστορικές παρουσιάσεις συμφωνούν στην ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης, ενώ για τον Ρωγών η παράδοση συνδέει τον θάνατό του με την ανατίναξη του ανεμόμυλου, αλλά υπάρχουν διαφορετικές χρονολογήσεις και αφηγήσεις για την ακριβή στιγμή της πράξης.
Για την οθωμανική πλευρά χρησιμοποιήθηκε και η σύγχρονη τουρκική έρευνα του Bülent Akyay, η οποία αξιοποιεί οθωμανικές ιστοριογραφικές και αρχειακές πηγές για την πολιορκία του Μεσολογγίου και τη συμμετοχή των αιγυπτιακών δυνάμεων του Ιμπραήμ.
Για τα Λαζάρια της Ματαράγκας, οι τοπικές μαρτυρίες τα συνδέουν με την Έξοδο του Μεσολογγίου. Η χρήση κυπριών και κουδουνιών τα βάγια, ο ξύλινος σταυρός και η σημερινή πομπή τεκμηριώνονται από τοπικές καταγραφές.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Melissocosmos
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο ΙΣΤΟΡΙΑ – olympia .
Το Χρονικό της Κυψέλης και η ιστορική τεκμηρίωση της ΕξόδουΓια εκείνους που κατάφεραν να περάσουν τις εχθρικές γραμμές, η μάχη συνεχιζόταν μέσα στο σκοτάδι.
Για εκείνους που έμειναν πίσω, όμως, είχε αρχίσει κάτι ακόμη πιο τρομακτικό.
Η πόλη είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της.
Οι δρόμοι της είχαν αδειάσει από ένα μεγάλο μέρος εκείνων που μπορούσαν ακόμη να κινηθούν.
Και τώρα, μέσα στα τείχη, έμεναν οι τραυματίες, οι ανήμποροι, όσοι είχαν χωριστεί από τις φάλαγγες, όσοι δεν πρόλαβαν να φύγουν και εκείνοι που γνώριζαν ότι η έξοδος είχε αποτύχει.
Μερικοί από αυτούς δεν περίμεναν σωτηρία.
Περίμεναν μόνο την τελευταία στιγμή.
Και ανάμεσά τους βρίσκονταν δύο μορφές που η μνήμη του Μεσολογγίου δεν θα άφηνε ποτέ να χαθούν.
Ο Χρήστος Καψάλης.
Ο Ιωσήφ Ρωγών.Αλλά το Μεσολόγγι δεν ξυπνούσε.
Ξεψυχούσε.
Οι δρόμοι είχαν γεμίσει συντρίμμια.
Σε άλλα σημεία υπήρχαν νεκροί.
Σε άλλα τραυματίες που δεν μπορούσαν πλέον να ακολουθήσουν κανέναν.
Κάποια σπίτια έκαιγαν.
Κάποια είχαν ήδη καταρρεύσει.
Και οι οθωμανικές και αιγυπτιακές δυνάμεις άρχιζαν να εισέρχονται στην πόλη.
Οι πηγές διαφωνούν στους ακριβείς αριθμούς των νεκρών και των αιχμαλώτων. Αυτό είναι αναμενόμενο σε μια μάχη τέτοιας κλίμακας, όπου οι άνθρωποι σκοτώνονταν μέσα στους δρόμους, στα σπίτια, στα περάσματα και έξω από τα τείχη.
Η ουσία όμως είναι κοινή στις διαφορετικές αφηγήσεις:
η οργανωμένη άμυνα είχε πλέον καταρρεύσει.
Και τότε άρχισε η τελευταία πράξηΤραυματίες.
Ηλικιωμένοι.
Γυναίκες.
Παιδιά.
Άνθρωποι που η ηλικία ή οι πληγές τους είχαν αφαιρέσει κάθε πιθανότητα να ακολουθήσουν τους εξοδίτες.
Και μαζί τους υπήρχε κάτι που έκανε το σπίτι ακόμη πιο επικίνδυνο:Όμως εδώ πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διάκριση.
Δεν πρέπει να παρουσιάσουμε κάθε λεπτομέρεια της μεταγενέστερης αφήγησης σαν να έχει καταγραφεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή από αυτόπτη μάρτυρα.Και ίσως αυτό κάνει την εικόνα ακόμη πιο δυνατή.
Γιατί, πέρα από τον θρύλο, μένει η πραγματικότητα:
ένας ηλικιωμένος πλέον υπερασπιστής προτίμησε να καταστρέψει τον χώρο όπου είχαν καταφύγει οι άνθρωποι και τα πυρομαχικά, αντί να τα αφήσει στα χέρια του εχθρού.Όχι απόλυτη σιωπή.
Ποτέ δεν υπάρχει απόλυτη σιωπή σε μια πόλη που καίγεται.
Υπήρχαν πυροβολισμοί.
Κραυγές.
Βήματα.
Ξύλα που έσπαγαν.
Φωνές ανθρώπων που αναζητούσαν δικούς τους.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, εκείνη η παράξενη στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει πλέον δρόμος διαφυγής.
Ο Καψάλης είχε μπροστά του μια επιλογή που δεν έμοιαζε με επιλογή.
Να περιμένει την είσοδο των εχθρών.
Ή να τελειώσει ο ίδιος την αντίσταση.
Η φωτιά άγγιξε το μπαρούτι.
Και τότε το σπίτι έπαψε να είναι σπίτι.
Έγινε έκρηξη.
Η λάμψη πρέπει να ήταν ορατή μέσα στο χάος της πόλης.
Ένα σύντομο, εκτυφλωτικό φως.
Ύστερα ο κρότος.
Τοίχοι που διαλύονταν.
Ξύλα και πέτρες που εκτοξεύονταν.
Καπνός.
Και μετά πάλι ο θόρυβος της μάχης.
Μόνο που ο Καψάλης δεν ήταν πλέον εκεί.
Ο άνθρωπος είχε γίνει μνήμη.Ο Ιωσήφ ΡωγώνΉταν ο επίσκοπος Είχε βρεθεί κοντά στους ανθρώπους στις πιο δύσκολες ημέρες.Και ο ίδιος βρισκόταν ξανά μέσα σε μια πόλη που είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης.Αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια που πρέπει να κρύψουμε.Ο στόχος μας είναι να δείξουμε πού τελειώνει η βεβαιότητα και πού αρχίζει η ιστορική μνήμηΉταν καταφύγιο και ταυτόχρονα παγίδα.
Όσο οι εχθρικές δυνάμεις πλησίαζαν, τόσο λιγόστευαν οι επιλογές.
Ο Ρωγών δεν είχε πλέον να προστατεύσει μια θέση.
Προστάτευε ανθρώπους.
Και η παράδοση λέει ότι όταν η τελευταία άμυνα έγινε αδύνατη, προτίμησε τον ίδιο δρόμο με τον Καψάλη.Η έκρηξη.
Ο Ιωσήφ δεν πέθανε αμέσως αλλά τραυματίστηκε βαριά, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον απαγχόνισαν δύο ημέρες αργότερα.
Ο θάνατος αντί της αιχμαλωσίας μετατράπηκε σε μαρτύριο.Η ελληνική παράδοση όμως έχει διασώσει κάτι που υπερβαίνει την ακριβή ημερομηνία:Και γι’ αυτό η μορφή του πέρασε από την ιστορία στη συλλογική μνήμη.
Την ίδια ώρα στον ΖυγόΚαι εδώ αρχίζει μια από τις πιο συγκλονιστικές πλευρές της ιστορίας.
Γιατί η Έξοδος του ΜεσολογγίουΟύτε στην πεδιάδα.
Ούτε στο πρώτο εχθρικό μέτωπο.Δεν υπήρχε ασφαλής δρόμος.
Υπήρχαν ομάδες ανθρώπων που είχαν διαλυθεί.
Υπήρχαν τραυματίες.
Υπήρχαν άνδρες που δεν γνώριζαν αν οι σύντροφοί τους είχαν επιζήσει.
Και υπήρχαν γυναίκες και παιδιά που είχαν απομείνει πίσω ή είχαν χαθεί μέσα στη σύγκρουση.
Η νύχτα είχε γίνει τόσο πυκνή ώστε ο άνθρωπος δίπλα σου μπορούσε να χαθεί μέσα σε λίγα βήματα.Δεν έβλεπαν ολόκληρη τη μάχη.
Την άκουγαν.
Αυτό είναι που κάνει την παράδοση τόσο ιδιαίτερη.
Μέσα στη νύχτα έφταναν από το βουνό ήχοι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πλήρως.
Φωνές.
Ουρλιαχτά.
Βογγητά.
Κραυγές ανθρώπων.
Βλασφημίες.
Κλάματα.
Ο αχός των πυροβολισμών.
Και πάνω απ’ όλα ο μεταλλικός θόρυβος των όπλων που συγκρούονταν σε μάχη σώμα με σώμαΌπλα που χτυπούσαν πάνω σε άλλα όπλα.
Άνθρωποι που πάλευαν από απόσταση αναπνοής.
Και άλογα που κινούνταν μέσα στο σκοτάδι.
Η νύχτα του Ζυγού, σύμφωνα με την τοπική παράδοσηΉταν θορυβώδης.
Ολόκληρο το βουνό έμοιαζε να βογκά.
Το αίμα στο βουνόΑλλά μπορούσαν να αντιληφθούν ότι κάτι τεράστιο συνέβαινε.
Και ύστερα, καθώς περνούσαν οι ώρες, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι επιζώντες.
Όχι οργανωμένος στρατός.
Όχι λαμπρή φάλαγγα.
Άνθρωποι εξαντλημένοι.Κάποιοι χωρίς όπλα.
Κάποιοι που κρατούσαν ακόμη τους συντρόφους τους.
Κάποιοι που δεν μπορούσαν πλέον να μιλήσουν.
Το πρωί άρχισε να αποκαλύπτει τι είχε συμβεί μέσα στη νύχτα.
Και οι κάτοικοι των χωριών άρχισαν να μαθαίνουν την αλήθεια όχι από επίσημη ανακοίνωση.
Αλλά από τα πρόσωπα των ανθρώπων που έφταναν.Ένα γεγονός παύει να είναι μόνο γεγονός.
Γίνεται μνήμη.
Και η μνήμη χρειάζεται έναν τρόπο να επαναλαμβάνεται.
Να μεταφέρεται στα παιδιά.
Να περνά από τον πατέρα στον γιο.
Από τη μάνα στο παιδί.
Από το χωριό στην επόμενη γενιά.
Στη ΜαταράγκαΟ ήχος της μάχης γίνεται ήχος τελετουργίας.
Ο φόβος γίνεται μνήμη.
Η νύχτα γίνεται γιορτή.
Και ο θάνατος γίνεται αναπαράσταση της ζωής.Οι άνθρωποι φορούν παραδοσιακές φορεσιές.
Κρατούν τα ειδικά κατασκευασμένα ξύλινα σχήματα.
Και πάνω τους κρέμονται κύπρια και κουδούνια.
Στο σημερινό δρώμενο ο ήχος δεν είναι διακοσμητικός.
Είναι ο πρωταγωνιστής.
Τα λαζάρια Το μέταλλο πάλλεται.
Ο ένας ήχος συναντά τον άλλον.
Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο δρόμος γεμίζει έναν πυκνό, μεταλλικό κρότο. Σύγχρονες καταγραφές του εθίμου περιγράφουν ακριβώς αυτή την πρακτική: οι Λαζαράδες χτυπούν δυνατά τα κύπρια και τις κουδούνες στο στήθος τους, ενώ η πομπή συνοδεύεται και από άλογα και καβαλάρηδες.
Η κατασκευή του «Λαζάρου» έχει επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Χρησιμοποιείται καλάμι και σχηματίζεται σταυρός.
Τοποθετούνται τα κύπρια τα βάγια και τα κουδούνια.
Στο επάνω μέρος υπάρχουν βάγια, λουλούδια και άλλα στοιχεία της ανοιξιάτικης περιόδου.
Και τότε συμβαίνει κάτι που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί χωρίς να ακουστεί.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Το κύπρι χτυπά στο στήθος.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Ένα δεύτερο.
Και ύστερα δεκάδες μαζί.
Ο ήχος πυκνώνει.
Ο ρυθμός μεγαλώνει.
Τα σώματα κινούνται.
Οι φορεσιές κινούνται μαζί τους.
Τα κουδούνια δονούνται.Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο σημείο.
Γιατί δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ότι η παράδοση είναι είτε απόλυτα αληθινή είτε απολύτως μυθική.
Μπορούμε να τη δούμε όπως τη βλέπουν οι άνθρωποι ενός τόπου:
ως μνήμη.
Μια μνήμη που επέζησε επειδή μπορούσε να ακουστεί.Τον Απρίλιο του 1826.
Τους ανθρώπους που βρίσκονταν στον ΖυγόΤους στρατιώτες που τους κυνηγούσαν.
Τη σύγκρουση σώμα με σώμα.
Τον μεταλλικό ήχο των όπλων.
Τις κραυγές.
Τα άλογα.
Τις φωνές των τραυματισμένων.
Και ύστερα σκεφτείτε τη ΜαταράγκαΈναν άνθρωπο να σηκώνει το ξύλινο κοντάρι.
Να το κατεβάζει με δύναμη.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Και το κύπρι να απαντά.
ΓΚΛΑΝΓΚ.
Και πίσω του άλλα δέκα.
Και άλλα είκοσι.
Και ξαφνικά ένας ολόκληρος δρόμος να γεμίζει μεταλλικό θόρυβο.
Δεν είναι ο ίδιος ήχος.
Δεν θα μπορούσε να είναι.
Αλλά είναι ένας ήχος που δημιουργεί μια γέφυρα.
Ανάμεσα στο παρόν και σε εκείνη τη νύχτα.Έφεραν ειδήσεις.
Το Μεσολόγγι είχε πέσει.
Ο Καψάλης ήταν νεκρός.
Ο Ρωγών είχε χαθεί.
Πολλοί σύντροφοι δεν είχαν φτάσει.
Πολλοί είχαν αιχμαλωτιστεί.
Άλλοι βρίσκονταν ακόμη πάνω στο βουνό.
Και πίσω από όλα αυτά υπήρχε μια πόλη που είχε χαθεί.
Οι κάτοικοι των χωριών έβλεπαν τους ανθρώπους να φτάνουν.
Και μέσα από αυτούς μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θόρυβος που είχαν ακούσει τη νύχτα δεν ήταν μακρινός πόλεμος.
Ήταν άνθρωποι που πέθαιναν.Ο ένας έμεινε μέσα στην πόλη.
Ο άλλος συνδέθηκε με την τελευταία αντίσταση που ακολούθησε την κατάρρευση της άμυνας.
Ο Καψάλης έμεινε στη μνήμη ως ο άνθρωπος της πυρίτιδας.
Ο Ρωγών ως ο επίσκοπος που έφτασε μέχρι την ύστατη πράξη.
Και γύρω από αυτούς δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος κύκλος αφηγήσεων.
Άλλες μπορούν να τεκμηριωθούν.
Άλλες ανήκουν στη λαϊκή παράδοσηΑλλά όλες έχουν ένα κοινό:
κανείς δεν θυμάται το Μεσολόγγι
Η τελευταία εικόναΟι επιζώντες συνέχιζαν προς τα χωριά και τα βουνά.
Μερικοί μπορούσαν ακόμη να κρατήσουν όπλο.
Άλλοι όχι.
Μερικοί είχαν αίμα στα ρούχα.
Άλλοι είχαν χάσει τα παπούτσια τους.
Άλλοι είχαν χάσει ανθρώπους.
Και κάποιοι δεν γνώριζαν ακόμη ότι ήταν από τους ελάχιστους που σώθηκαν.
Πίσω τους, το Μεσολόγγι κάπνιζε.
Μπροστά τους, η ΜακρυνείαΤο βουνό που είχε ακούσει τη νύχτα τις κραυγές της Εξόδου.
Ίσως γι’ αυτό η μνήμη του τόπου δεν μπορούσε να κρατήσει μόνο εικόνες.
Χρειαζόταν ήχο.
Και τον βρήκε στα κύπρια.
Στα κουδούνια.
Στον ρυθμό των ΛαζαράδωνΘυμάται.
Θυμάται μια νύχτα κατά την οποία ολόκληρος ο Ζυγός πρέπει να έμοιαζε να βογκά.
Θυμάται ανθρώπους που πέρασαν ζωντανοί.
Και ανθρώπους που δεν πέρασαν ποτέ.
Θυμάται τον Καψάλη.
Θυμάται τον Ρωγών.
Θυμάται το ΜεσολόγγιΤον αχό μιας νύχτας του Απριλίου του 1826.Μπορεί να μην επιστρέψει ποτέ στην κυψέλη.
Όμως η κυψέλη συνεχίζει να ζει μέσα στις άλλες.
Η μνήμη της δεν βρίσκεται στο ένα σώμα.
Βρίσκεται στο σύνολο.
Έτσι και το Μεσολόγγι.
Ο Καψάλης πέθανε.
Ο Ρωγών πέθανε.
Χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν.
Η πόλη έπεσε.
Αλλά η ιστορία τους δεν έμεινε θαμμένη κάτω από τα ερείπια.
Πέρασε στα βουνά.
Πέρασε στα χωριά.
Πέρασε στα τραγούδια.
Πέρασε στις διηγήσεις.
Και κάποια στιγμή έγινε ήχος.
Κύπρια που χτυπούν στο στήθος.
Κάθε χτύπημα και μια μνήμη.
Κάθε κουδούνισμα και ένας άνθρωπος.
Κάθε ρυθμός και μια νύχτα που κανείς δεν θέλησε να ξεχάσει.
Και έτσι, δύο αιώνες αργότερα, όταν οι Λαζαράδες της ΜαταράγκαςΑκούγεται.
Και για λίγες στιγμές, ο Ζυγός ξαναγίνεται νύχτα.
Ιστορική σημείωση
Στο κεφάλαιο αυτό κρατήσαμε σκόπιμα τη διάκριση ανάμεσα στην ιστορική τεκμηρίωση και την τοπική παράδοση. Για τον Καψάλη, ελληνικές πηγές και ιστορικές παρουσιάσεις συμφωνούν στην ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης, ενώ για τον Ρωγών η παράδοση συνδέει τον θάνατό του με την ανατίναξη του ανεμόμυλου, αλλά υπάρχουν διαφορετικές χρονολογήσεις και αφηγήσεις για την ακριβή στιγμή της πράξης.
Για την οθωμανική πλευρά χρησιμοποιήθηκε και η σύγχρονη τουρκική έρευνα του Bülent Akyay, η οποία αξιοποιεί οθωμανικές ιστοριογραφικές και αρχειακές πηγές για την πολιορκία του Μεσολογγίου και τη συμμετοχή των αιγυπτιακών δυνάμεων του Ιμπραήμ.
Για τα Λαζάρια της Ματαράγκας, οι τοπικές μαρτυρίες τα συνδέουν με την Έξοδο του Μεσολογγίου. Η χρήση κυπριών και κουδουνιών τα βάγια, ο ξύλινος σταυρός και η σημερινή πομπή τεκμηριώνονται από τοπικές καταγραφές.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Melissocosmos
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο ΙΣΤΟΡΙΑ – olympia .
Γιατί η Έξοδος του ΜεσολογγίουΟύτε στην πεδιάδα.
Ούτε στο πρώτο εχθρικό μέτωπο.Δεν υπήρχε ασφαλής δρόμος.
Υπήρχαν ομάδες ανθρώπων που είχαν διαλυθεί.
Υπήρχαν τραυματίες.
Υπήρχαν άνδρες που δεν γνώριζαν αν οι σύντροφοί τους είχαν επιζήσει.
Και υπήρχαν γυναίκες και παιδιά που είχαν απομείνει πίσω ή είχαν χαθεί μέσα στη σύγκρουση.
Η νύχτα είχε γίνει τόσο πυκνή ώστε ο άνθρωπος δίπλα σου μπορούσε να χαθεί μέσα σε λίγα βήματα.Δεν έβλεπαν ολόκληρη τη μάχη.
Την άκουγαν.
Αυτό είναι που κάνει την παράδοση τόσο ιδιαίτερη.
Μέσα στη νύχτα έφταναν από το βουνό ήχοι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πλήρως.
Φωνές.
Ουρλιαχτά.
Βογγητά.
Κραυγές ανθρώπων.
Βλασφημίες.
Κλάματα.
Ο αχός των πυροβολισμών.
Και πάνω απ’ όλα ο μεταλλικός θόρυβος των όπλων που συγκρούονταν σε μάχη σώμα με σώμαΌπλα που χτυπούσαν πάνω σε άλλα όπλα.
Άνθρωποι που πάλευαν από απόσταση αναπνοής.
Και άλογα που κινούνταν μέσα στο σκοτάδι.
Η νύχτα του Ζυγού, σύμφωνα με την τοπική παράδοσηΉταν θορυβώδης.
Ολόκληρο το βουνό έμοιαζε να βογκά.
Το αίμα στο βουνόΑλλά μπορούσαν να αντιληφθούν ότι κάτι τεράστιο συνέβαινε.
Και ύστερα, καθώς περνούσαν οι ώρες, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτοι επιζώντες.
Όχι οργανωμένος στρατός.
Όχι λαμπρή φάλαγγα.
Άνθρωποι εξαντλημένοι.Κάποιοι χωρίς όπλα.
Κάποιοι που κρατούσαν ακόμη τους συντρόφους τους.
Κάποιοι που δεν μπορούσαν πλέον να μιλήσουν.
Το πρωί άρχισε να αποκαλύπτει τι είχε συμβεί μέσα στη νύχτα.
Και οι κάτοικοι των χωριών άρχισαν να μαθαίνουν την αλήθεια όχι από επίσημη ανακοίνωση.
Αλλά από τα πρόσωπα των ανθρώπων που έφταναν.Ένα γεγονός παύει να είναι μόνο γεγονός.
Γίνεται μνήμη.
Και η μνήμη χρειάζεται έναν τρόπο να επαναλαμβάνεται.
Να μεταφέρεται στα παιδιά.
Να περνά από τον πατέρα στον γιο.
Από τη μάνα στο παιδί.
Από το χωριό στην επόμενη γενιά.
Στη ΜαταράγκαΟ ήχος της μάχης γίνεται ήχος τελετουργίας.
Ο φόβος γίνεται μνήμη.
Η νύχτα γίνεται γιορτή.
Και ο θάνατος γίνεται αναπαράσταση της ζωής.Οι άνθρωποι φορούν παραδοσιακές φορεσιές.
Κρατούν τα ειδικά κατασκευασμένα ξύλινα σχήματα.
Και πάνω τους κρέμονται κύπρια και κουδούνια.
Στο σημερινό δρώμενο ο ήχος δεν είναι διακοσμητικός.
Είναι ο πρωταγωνιστής.
Τα λαζάρια Το μέταλλο πάλλεται.
Ο ένας ήχος συναντά τον άλλον.
Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο δρόμος γεμίζει έναν πυκνό, μεταλλικό κρότο. Σύγχρονες καταγραφές του εθίμου περιγράφουν ακριβώς αυτή την πρακτική: οι Λαζαράδες χτυπούν δυνατά τα κύπρια και τις κουδούνες στο στήθος τους, ενώ η πομπή συνοδεύεται και από άλογα και καβαλάρηδες.
Η κατασκευή του «Λαζάρου» έχει επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Χρησιμοποιείται καλάμι και σχηματίζεται σταυρός.
Τοποθετούνται τα κύπρια τα βάγια και τα κουδούνια.
Στο επάνω μέρος υπάρχουν βάγια, λουλούδια και άλλα στοιχεία της ανοιξιάτικης περιόδου.
Και τότε συμβαίνει κάτι που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί χωρίς να ακουστεί.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Το κύπρι χτυπά στο στήθος.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Ένα δεύτερο.
Και ύστερα δεκάδες μαζί.
Ο ήχος πυκνώνει.
Ο ρυθμός μεγαλώνει.
Τα σώματα κινούνται.
Οι φορεσιές κινούνται μαζί τους.
Τα κουδούνια δονούνται.Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο σημείο.
Γιατί δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ότι η παράδοση είναι είτε απόλυτα αληθινή είτε απολύτως μυθική.
Μπορούμε να τη δούμε όπως τη βλέπουν οι άνθρωποι ενός τόπου:
ως μνήμη.
Μια μνήμη που επέζησε επειδή μπορούσε να ακουστεί.Τον Απρίλιο του 1826.
Τους ανθρώπους που βρίσκονταν στον ΖυγόΤους στρατιώτες που τους κυνηγούσαν.
Τη σύγκρουση σώμα με σώμα.
Τον μεταλλικό ήχο των όπλων.
Τις κραυγές.
Τα άλογα.
Τις φωνές των τραυματισμένων.
Και ύστερα σκεφτείτε τη ΜαταράγκαΈναν άνθρωπο να σηκώνει το ξύλινο κοντάρι.
Να το κατεβάζει με δύναμη.
ΓΚΝΤΟΥΠ.
Και το κύπρι να απαντά.
ΓΚΛΑΝΓΚ.
Και πίσω του άλλα δέκα.
Και άλλα είκοσι.
Και ξαφνικά ένας ολόκληρος δρόμος να γεμίζει μεταλλικό θόρυβο.
Δεν είναι ο ίδιος ήχος.
Δεν θα μπορούσε να είναι.
Αλλά είναι ένας ήχος που δημιουργεί μια γέφυρα.
Ανάμεσα στο παρόν και σε εκείνη τη νύχτα.Έφεραν ειδήσεις.
Το Μεσολόγγι είχε πέσει.
Ο Καψάλης ήταν νεκρός.
Ο Ρωγών είχε χαθεί.
Πολλοί σύντροφοι δεν είχαν φτάσει.
Πολλοί είχαν αιχμαλωτιστεί.
Άλλοι βρίσκονταν ακόμη πάνω στο βουνό.
Και πίσω από όλα αυτά υπήρχε μια πόλη που είχε χαθεί.
Οι κάτοικοι των χωριών έβλεπαν τους ανθρώπους να φτάνουν.
Και μέσα από αυτούς μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο θόρυβος που είχαν ακούσει τη νύχτα δεν ήταν μακρινός πόλεμος.
Ήταν άνθρωποι που πέθαιναν.Ο ένας έμεινε μέσα στην πόλη.
Ο άλλος συνδέθηκε με την τελευταία αντίσταση που ακολούθησε την κατάρρευση της άμυνας.
Ο Καψάλης έμεινε στη μνήμη ως ο άνθρωπος της πυρίτιδας.
Ο Ρωγών ως ο επίσκοπος που έφτασε μέχρι την ύστατη πράξη.
Και γύρω από αυτούς δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος κύκλος αφηγήσεων.
Άλλες μπορούν να τεκμηριωθούν.
Άλλες ανήκουν στη λαϊκή παράδοσηΑλλά όλες έχουν ένα κοινό:
κανείς δεν θυμάται το Μεσολόγγι


