
Η διαδρομή τους δείχνει πόσα διαφορετικά εμπόδια μπορούσαν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην αναχώρηση και στην εγκατάσταση. Κάθε επόμενος σταθμός απαιτούσε νέα άδεια, διαθέσιμο χώρο και μια αρχή πρόθυμη να αναλάβει την ευθύνη.
Το πλοίο που οι επιβάτες του αρνήθηκαν να γυρίσει
Ένα άλλο επεισόδιο αποτυπώνει πόσο αποφασισμένοι ήταν οι πρόσφυγες να εμποδίσουν την επιστροφή τους.
Το «Pomone», ένα παλιό και υπερφορτωμένο φορτηγό, έφτασε έξω από την Αλεξάνδρεια με 345 Αρμένιους. Οι βρετανικές Αρχές αρνήθηκαν την είσοδο στην Αίγυπτο. Το πλοίο δεν διέθετε επαρκή σωστικά μέσα και οι συνθήκες μεταφοράς ήταν ακατάλληλες.
Οι επιβάτες κατέλαβαν το πλοίο. Αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην Κιλικία και απαίτησαν να μεταφερθούν στον Λίβανο και στη Συρία.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1921, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έδωσε εντολή να γίνουν δεκτοί στα εδάφη υπό γαλλική εντολή. Ακολούθησε το άνοιγμα της Συρίας και του Λιβάνου στους πρόσφυγες που περίμεναν στη Μερσίνα και στο Ντορτγιόλ.
Η απόφαση για οργανωμένη εκκένωση διαμορφώθηκε μόλις στα μέσα Δεκεμβρίου. Στις 14 του μήνα ο Μπριάν ενέκρινε σχετικό σχέδιο. Η επιχείρηση που ακολούθησε ήταν βιαστική και απρογραμμάτιστη.
Η έρευνα του ιστορικού Μπέντζαμιν Τόμας Γουάιτ αναδεικνύει εδώ το ρόλο των ίδιων των προσφύγων: η επιμονή τους να φύγουν, η συγκέντρωσή τους στα σημεία αναχώρησης και η άρνησή τους να επιστρέψουν πίεσαν τη Γαλλία να αναλάβει την απομάκρυνσή τους.
Οι ειδήσεις από την Κιλικία και τον Πόντο έφταναν μαζί
Στις 7 Νοεμβρίου 1921, η τύχη των χριστιανών της Κιλικίας συζητήθηκε στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων μαζί με τις διώξεις στον Πόντο.
Ο βουλευτής Τ. Π. Ο’Κόνορ έθεσε ερώτηση για εκτελέσεις Ελλήνων και Αρμενίων στη Σαμψούντα και στην Πάφρα και για τις βιαιοπραγίες στη Μερζιφούντα. Στην ίδια παρέμβαση ζητούσε να μάθει πώς θα προστατεύονταν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της Κιλικίας μετά τη γαλλική αποχώρηση.
Η βρετανική κυβέρνηση παρέπεμπε στην ιδιαίτερη γαλλική ευθύνη για την περιοχή και στις συνομιλίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη με το Παρίσι.
Οι βουλευτές ζητούσαν συζήτηση, δημοσιοποίηση των όρων και απαντήσεις για τις εγγυήσεις. Η κυβέρνηση ζητούσε χρόνο και διπλωματική επιφύλαξη.
Προς το τέλος της ανταλλαγής, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι ο σκοπός της βρετανικής πολιτικής παρέμενε ο ίδιος. Παραδέχτηκε όμως ότι η δυνατότητα υλοποίησής του αποτελούσε διαφορετικό, ανοιχτό ερώτημα.
Οι διακηρύξεις προστασίας και η δυνατότητα παρέμβασης είχαν πλέον απομακρυνθεί επικίνδυνα μεταξύ τους.
Στις 19 Δεκεμβρίου, η συζήτηση επέστρεψε στις υποσχέσεις των Συμμάχων. Ο λόρδος Ρόμπερτ Σέσιλ και ο Άρθουρ Ουίλιαμς υπογράμμισαν ότι οι Αρμένιοι είχαν στηρίξει τη συμμαχική υπόθεση και είχαν ενθαρρυνθεί να εγκατασταθούν στην Κιλικία με την προσδοκία προστασίας.
Ο Ουίλιαμς διάβασε επιστολή του βρετανικού υπουργείου Πολέμου, του Μαρτίου 1920, που περιέγραφε τον σχεδιασμό επιστροφής Αρμενίων σε περιοχή υπό γαλλική προστασία. Η παρουσία τους εκεί συνδεόταν, συνεπώς, με προηγούμενες συμμαχικές αποφάσεις.
Απέναντι σε αυτή την επιχειρηματολογία ακούστηκε και η ερώτηση ποιος θα πλήρωνε την περίθαλψη. Ο βουλευτής Τζ. Ντ. Ρις επικαλέστηκε το βάρος για τον Βρετανό φορολογούμενο και αμφισβήτησε τη συνέχιση των δαπανών.
Στα πρακτικά της ίδιας συνεδρίασης συνυπάρχουν η ευθύνη για τις υποσχέσεις, η αξιοπιστία της Βρετανίας και ο λογαριασμός της διάσωσης. Ενώ οι πρόσφυγες αναζητούσαν τόπο αποβίβασης, στο Λονδίνο συζητούσαν ποια ακριβώς υποχρέωση είχε δημιουργήσει η προηγούμενη πολιτική.
Η αποχώρηση που επηρέασε και το ελληνικό μέτωπο
Η Συμφωνία της Άγκυρας είχε συνέπειες και πέρα από την Κιλικία. Η γαλλοτουρκική προσέγγιση βάθαινε τις ρωγμές μέσα στην Αντάντ και ενίσχυε τη θέση του κεμαλικού κινήματος.
Η λήξη του νότιου μετώπου επέτρεπε στην Άγκυρα να ενισχύσει τις δυνάμεις που πολεμούσαν τον ελληνικό στρατό. Το γαλλικό πολεμικό υλικό που παρέμεινε στην περιοχή συνέβαλε επίσης στη μεταβολή του συσχετισμού.
Ο ιστορικός Γιάννης Μουρέλος αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην απελευθέρωση τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο ρόλος του εγκαταλειμμένου υλικού στην ευρύτερη κούρσα εξοπλισμών ήταν δευτερεύων. Η διάκριση έχει σημασία για την κατανόηση του πολέμου: η συμφωνία επηρέασε τις συνθήκες στις οποίες συνέχιζε να πολεμά η Ελλάδα.
Η Κιλικία αποτελούσε έτσι έναν κρίκο ανάμεσα στη διπλωματική μετατόπιση των Συμμάχων, στη στρατιωτική ενίσχυση της Άγκυρας και στην έξοδο των χριστιανικών κοινοτήτων.
Όταν η φυγή απέκτησε οριστικό χαρακτήρα
Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών συμφωνήθηκε αργότερα, στις 30 Ιανουαρίου 1923. Η σχετική σύμβαση περιέλαβε και όσους είχαν ήδη εγκαταλείψει τις περιοχές που υπάγονταν στην ανταλλαγή από τις 18 Οκτωβρίου 1912.
Έτσι, η φυγή που είχε προηγηθεί εντάχθηκε εκ των υστέρων στο νέο καθεστώς.
Το πρώτο άρθρο απαγόρευε στους ανταλλάξιμους την επιστροφή για εγκατάσταση χωρίς άδεια της αντίστοιχης κυβέρνησης. Η προσωρινότητα της αναχώρησης έχανε και το νομικό της έρεισμα.
Για τους ορθόδοξους πρόσφυγες της Κιλικίας που υπάγονταν στη σύμβαση, η ανταλλαγή επισφράγιζε μια απώλεια που είχε ήδη συντελεστεί. Είχαν φύγει πριν συμφωνηθεί ο υποχρεωτικός αποχωρισμός. Τώρα το δικαίωμα να ξαναστήσουν τη ζωή τους στον τόπο τους περνούσε μέσα από την άδεια του κράτους που είχαν εγκαταλείψει.
Στη μαρτυρία της Αγγελικής Χατζηιωαννίδου, η ανάμνηση της άρνησης στη Σμύρνη ακολουθείται από μια σκληρή εκ των υστέρων αποτίμηση: «Καλύτερα. Γιατί έναν χρόνο μετά χάλασε η Σμύρνη».



