
Έχουν το μέγεθος του Δία, είναι όμως δεκάδες φορές λιγότερο πυκνοί, λιγότερο ακόμα και από το μαλλί της γριάς: είναι δύο γιγάντιοι εξωπλανήτες που θα επέπλεαν σαν μπαλόνια αν κανείς τους έριχνε σε έναν απέραντο ωκεανό.
Σύγκριση μεγέθους ανάμεσα στους δύο εξωπλανήτες και πέντε πλανήτες του Ηλιακού Συστήματος (NASA/Daniel Rutter)
Η επικεφαλής της μελέτης Τζορτζ Ντράνσφιλντ και οι συνεργάτες της μπροστά στο τηλεσκόπιο ASTEP στην Ανταρκτική (Karim Agabi/IPEV/PNRA)
Όσο μεγαλύτερος είναι ένας εξωπλανήτης, τόσο περισσότερο μειώνει το φως του μητρικού άστρου την ώρα της διάβασης –κάτι που επέτρεψε στους ερευνητές να υπολογίσουν το μέγεθος των πλανητών.
Για τον υπολογισμό της πυκνότητας, εκτός από το μέγεθος πρέπει να είναι γνωστή και η μάζα. Οι ερευνητές ήταν τυχεροί, καθώς οι δύο πλανήτες κινούνται κλειδωμένοι σε μια σχέση που ονομάζεται συντονισμός 5:3, κάτι που σημαίνει ότι για κάθε πέντε περιφορές που συμπληρώνει ο εσώτερος πλανήτης γύρω από το άστρο του ο εξώτερος συμπληρώνει τρεις.
Η σχέση αυτή δημιουργεί μικρές αλλά μετρήσιμες διακυμάνσεις στις χρονικές στιγμές κατά τις οποίες γίνονται ορατές οι διαβάσεις, διακυμάνσεις που επέτρεψαν τελικά τον υπολογισμό της μάζας.
Οι «υπερ-αφράτοι» πλανήτες φαίνεται πάντως ότι σπανίζουν στο Σύμπαν. Σύμφωνα με την Ντράνσφιλντ, από τους 6.300 εξωπλανήτες που γνωρίζουμε ως σήμερα, λιγότεροι από 40 ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.
Παραμένει ασαφές πού οφείλεται η εξαιρετικά μικρή πυκνότητά τους, σύμφωνα όμως με την κρατούσα υπόθεση οι πλανήτες αυτοί αποτελούνται κυρίως από υδρογόνο και ήλιο και σχηματίζονται σε μεγάλες αποστάσεις από το μητρικό τους άστρο, εκεί όπου οι χαμηλές θερμοκρασίες μπορούν να οδηγήσουν στην απότομη συμπύκνωση αερίων.
Περισσότερα θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά με παρατηρήσεις του διαστημικού τηλεσκοπίου James Webb, το οποίο δεν αποκλείεται να μπορέσει να εξετάσει απευθείας τη χημική σύνθεση των αφράτων γιγάντων.
Κεντρική εικόνα (καλλιτεχνική απεικόνιση): NASA/Daniel Rutter
Πηγή: In.gr


