Θα μπορούσε να είναι σενάριο σειράς. Μια ομάδα νέων, οπλισμένων και αποφασισμένων, εισβάλει σε μια τράπεζα-σύμβολο, κρατά ομήρους, τοποθετεί εκρηκτικά και απειλεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Μόνο που αυτή η ιστορία δεν είναι… fiction, όπως το ισπανικό «Casa de papel».
Ανάμεσα στους ηγέτες της επίθεσης ήταν ο 24χρονος Καρεκίν Παστερματζιάν, γνωστός ως Αρμέν Γκαρό. Γεννημένος στο Ερζερούμ και με σπουδές στη Γαλλία, είχε επηρεαστεί βαθιά από τις σφαγές και επέστρεψε για να συμμετάσχει ενεργά στον αγώνα. Μετά τη φυγή του το 1896, γύρισε στην Κωνσταντινούπολη το 1908, εκπροσώπησε το Ερζερούμ στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο (Μετζλίς-ι Μεμπουσάν) έως το 1912 , συμμετείχε στην εξέγερση του Βαν το 1915 και διετέλεσε πρέσβης της Αρμενίας στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1918.
Δίπλα του βρισκόταν ο επίσης 24χρονος Πάπκεν Σιούνι (πραγματικό όνομα Μπέντρος Παριάν). Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και λέγεται ότι ήταν αυτός που είχε την ιδέα της επιδρομής και παρέδωσε προσωπικά τον οπλισμό στους συντρόφους. Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της επίθεσης, όταν εξερράγη βόμβα που κουβαλούσε.
Συνολικά, περίπου 150 άνθρωποι κρατήθηκαν όμηροι, ενώ υπήρξαν νεκροί τόσο από την πλευρά των υπαλλήλων όσο και των επιτιθέμενων.
Η αιματηρή συνέχεια στους δρόμους
Η κατάληψη της τράπεζας δεν οδήγησε σε διεθνή προστασία των Αρμενίων. Αντίθετα, πυροδότησε βίαιες αντιδράσεις. Οργανωμένες ομάδες επιτέθηκαν σε Αρμένιους στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς.
Οι επιθέσεις εξαπλώθηκαν και σε άλλες επαρχίες, ενώ οι εικόνες που καταγράφονται μιλούν για πτώματα που περισυλλέγονταν μαζικά, σε σκηνές που αποτυπώνουν τη σκληρότητα της εποχής.
Παρά το τραγικό τίμημα, η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία θεώρησε την επιχείρηση επιτυχημένη, καθώς για πρώτη φορά το ζήτημα των Αρμενίων βρέθηκε στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Ωστόσο, κανένα από τα αιτήματά τους δεν ικανοποιήθηκε και οι απώλειες που ακολούθησαν σημάδεψαν βαθιά την κοινότητα.
Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε και το υπόβαθρο για μεταγενέστερες ενέργειες, όπως η Επιχείρηση «Νέμεσις», που στόχευε στην τιμωρία των υπευθύνων για τις σφαγές.
Η σύγκριση με το «Casa de Papel» είναι αναπόφευκτη: μια ομάδα εισβάλει σε τράπεζα, κρατά ομήρους και προκαλεί διεθνή αναστάτωση. Όμως εδώ δεν υπήρχε σενάριο, ούτε ρομαντισμός. Υπήρχε απόγνωση, βία και μια ύστατη προσπάθεια να ακουστεί μια τραγωδία που ο κόσμος επέλεγε να αγνοεί.


